Ένα γουέστερν κρύβεται σε μερικές σκηνές, τις μοναδικές που θυμίζουν την έμφυτη ροπή του Ρίντλεϊ Σκοτ στη δράση. Είμαστε στο 2035, ο μισός και πλέον πληθυσμός του πλανήτη έχει εξολοθρευτεί από μια επιδημία γρίπης, ο Τζος Μπρόλιν φυλάει, αρματωμένος σαν να πολεμάει στο Βιετνάμ, τα νώτα του, ενώ ο βασικά αδρανής Τζέικομπ Ελόρντι γνωρίζει τη φιλική Μάργκαρετ Κουάλεϊ και τον καχύποπτο πατέρα της, Γκάι Πιρς, που τον βοηθούν να επισκευάσει το χαλασμένο Τσέσνα του. Φυλές αγρίων, σαν τους παλιούς αιμοβόρους Ινδιάνους, απειλούν με φονικές λεηλασίες τους καλούς survivors, σε μια μελαγχολική περιπέτεια που γράφτηκε πριν από το lockdown από τον Πίτερ Χέλερ, αλλά παρουσιάζεται σαν άδειο δοχείο για σκέψεις και νοσταλγία, χωρίς πρωτότυπη πλοκή ή ενδιαφέροντες χαρακτήρες. Λίγο προτού προβάρει τον λόγο του για το τιμητικό Όσκαρ που θα παραλάβει τον Νοέμβριο, ο σερ Ρίντλεϊ πιστεύει πως η 30η ταινία του είναι η καλύτερη της καριέρας του, ίσως επειδή διαφέρει από τις «αδρεναλινάτες» που τον χαρακτηρίζουν. Ελάχιστοι θα συμφωνήσουν μαζί του.
Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα lifo.gr
