ΤΕΛΟΣ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΟΟΥΚ, ΤΟ - Θοδωρής Δημητρόπουλος

Έχουμε αρκετό καιρό να δούμε μια καλή περιπέτεια με δεινόσαυρους, κάτι που στα χαρτιά πάντα ακούγεται σιγουράκι και πολύ κουλ, μα στην πράξη συχνά σκοντάφτει σε μια αμηχανία ανάμεσα στο συμβατικό monster movie και στην σπιλμπεργκική απόπειρα παραμυθιού και δέους. Ο Ντέιβιντ Ρόμπερτ Μίτσελ, ο θαυμάσιος σκηνοθέτης του “It Follows” και του μπροστά-από-την-εποχή-του “Under the Silver Lake”, αντιμετωπίζει το πρόβλημα αποτελεσματικά καθώς για αυτόν το όλο ‘80s ντύσιμο και οι σπιλμπεργκικές νότες δεν στοχεύουν σε παστίς.

Η ταινία τοποθετείται στα ‘80s αλλά μην περιμένετε να δείτε ένα μπαράζ αναφορών α λα “Stranger Things” ή κάτι που μοιάζει να ξέφυγε από το χέρι του Τζ. Τζ. Έιμπραμς (που εδώ είναι παραγωγός). Ο Μίτσελ, όπως και στο “Silver Lake”, έχει και πάλι ενδιαφέρουσες σκέψεις πάνω στη σχέση μας με τη νοσταλγία, το παρελθόν, και το πως μια εποχή αναπόφευκτα κανιβαλίζει την άλλη – κάτι που εδώ έρχεται σε απολαυστικά κυριολεκτική αποτύπωση, ενός δρόμου που μετατοπίζεται στο παρελθόν, με τους κατοίκους να ενισχύουν τις άμυνές τους απέναντι σε μια απειλή βαρβαρική, ασταμάτητη.

Ο Μίτσελ είναι εξαιρετικός τεχνίτης, όπως θυμόμαστε τόσο από το παιχνίδισμα με τα είδη στο “Silver Lake” όσο κι από τον έλεγχο της έντασης και του κάδρου στο “It Follows”. Η αόρατη απειλή που “καδράριζε” στο αριστούργημα τρόμου του, επανέρχεται εδώ ειδικά στο πρώτο μισό του φιλμ, όπου ακόμα ο εχθρός είναι κρυμμένος κι ο Μίτσελ καδράρει κυνηγητά όπου ο κυνηγός είτε δεν φαίνεται, είτε ακολουθούμε την κίνηση νοητά.

Στήνει μπόλικες αξιομνημόνευτες σκηνές δράσης, χαρτογραφώντας την περικυκλωμένη περιοχή αργά αλλά αποτελεσματικά. Κάνει έξυπνη χρήση του split diopter δημιουργώντας τεχνητά απόσταση και αγωνία στη διάρκεια ενός στατικού διαλόγου 4 ατόμων σε έναν κλειστό χώρο – μια πυρηνική οικογένεια σε ρήξη, και σε απόσταση ακόμα κι όταν κάθονται το ένα άτομο δίπλα στο άλλο. Και καταφέρνει με την κάμερά του να δημιουργεί διαρκώς νοητές γραμμές κίνησης τις οποίες σπάει εξιτάροντας τον θεατή.

Σε κάποια σημεία μοιάζει κι ο ίδιος παγιδευμένος στην χωροχρονική παγίδα που έχει στήσει. Δραματουργικά είναι όλα κάπως προκαθορισμένα, η ταινία μοιάζει ελαφρώς ισχνή σε σημεία, και 2-3 στιγμές είναι εμφανές αποτέλεσμα κοπτοραπτικής σε δεύτερο χρόνο (η σκηνή με τη φωτογραφία), και οι μηχανισμοί της πλοκής μοιάζει ίσως υπερβολικά παρατημένοι στην αοριστία τους (οι «κανόνες» της εμφάνισης και της λειτουργίας του φωτός… έχω απορίες).

Αλλά ακόμα κι έτσι, η δυναμική της οικογένειας έχει ενδιαφέρον, στο πλαίσιο που παρουσιάζεται: Μια σύζυγος με πνιγμένα όνειρα, ένας σύζυγος που νιώθει πως δεν είναι αρκετός, γιος που δεν ανήκει στον αγορίστικο περίγυρο, κόρη με κουήρ σκιρτίματα. Είναι μικρά αγγίγματα αποδόμησης της συμβατικής οικογένειας των κενών ‘80s νοσταλγημάτων. Όχι εκκωφαντικά ώστε να νιώθεις πως ο Μίτσελ κάνει εναλλακτική πραγματικότητα, αλλά αρκετά και σαφή, ώστε να αφήνει ερωτήματα να φωλιάσουν: «Κι αν ήταν τελικά όντως κάπως έτσι;»

Η Αν Χάθαγουεϊ είναι και πάλι δυναμίτης, αυτή τη φορά ως ηγετική φυσιογνωμία της οικογενειακής δυναμικής, ενώ ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ δίνει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία αφήνοντας στον χαρακτήρα του τον χώρο όχι μόνο για αδυναμίες αλλά και για άγνοιά τους. Το σύνολο είναι απολαυστικό, επιτρέποντας στον Μίτσελ να εφαρμόσει ιδέες πάνω στον χρόνο, στη σύγκρουση, και στις θεμελιώδεις δυναμικές που μόνο ο χρόνος (και η σύγκρουση με αυτόν) αποκαλύπτει, μέσα από ένα διασκεδαστικό (έστω κι αν όχι εκστατικό), αγνό μπλοκμπάστερ.

Το θρυλικό γαλλικό περιοδικό Cahiers du Cinema έγραψε πρόσφατα για την ταινία τοποθετώντας την δίπλα σε δύο ακόμα αμφιλεγόμενες / παρεξηγημένες / αδικημένες ταινίες του αμερικάνικου mainstream που διαχειρίζεται ιδέες πάνω «στον ίλιγγο του Χρόνου», όπως εντυπωσιακά το θέτουν: Το “Εδώ” του Ρόμπερτ Ζεμέκις και την “Ζωή του Τσακ” του Μάικ Φλάναγκαν.

Έχω υπερασπιστεί παθιασμένα και τα δύο αυτά φιλμ, κι ενώ η “Οδός Όουκ” δεν διαθέτει τον μεγαλειώδη φορμαλισμό του Ζεμέκις ή τον μεγαλειώδη συναισθηματισμό του Φλάναγκαν, υπάρχει όντως κάτι έγκυρο στο να στέκεται εκεί δίπλα τους. Κι εξάλλου, σε καθαρό μέτρο διασκέδασης, τα κάνει μια χαψιά. Σαν πεινασμένος δεινόσαυρος που ξαφνικά προσγειώνονται στα πόδια του ένα μάτσο οικογενειάρχες των προαστίων.

Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr

 

Smart Search Module