Εξουσία, κανονικότητα και πολιτική ορθότητα στην σύγχρονη Ευρώπη
Ας ξεκινήσουμε από το πιο βασικό. Ο Κριστιάν Μουντζίου είναι ένας σημαντικός δημιουργός της εποχής μας. Έχοντας κερδίσει έναν Φοίνικα με το «4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες» εξετάζει πως ένα συντηρητικό αλλά απολυταρχικό καθεστώς ορίζει τις ζωές των ανθρώπων. Στο «Φιορδ», που είναι ο δεύτερος Φοίνικας του, αντιστρέφει τα πράματα έχοντας ως αφετηρία ένα αρκετά προοδευτικό και ανοιχτό δημοκρατικό κράτος. Και στις δύο περιπτώσεις τα ερωτήματα που θέτει είναι δύσκολα και επίπονα. Συνεπής με τα βασικά χαρακτηριστικά του στο «Φιορδ», αυτό που κάνει όμως είναι ακόμα πιο δύσκολο στοχεύοντας στην έννοια της προκατάληψης και της συνύπαρξης στη σύγχρονη Ευρώπη.
Η οικογένεια Γκεοργκίου, μια πολύτεκνη οικογένεια Ευαγγελιστών με πέντε παιδιά, μετακομίζει στη Νορβηγία, την πατρίδα της μητέρας. Είναι αρκετά συντηρητικοί και θρησκευόμενοι. Η τοπική κοινότητα τους υποδέχεται φιλικά. Τους βοηθάει να προσαρμοστούν στο νέο τους σπίτι. Όμως παράλληλα τους παρατηρεί. Οι Γκεοργκίου είναι λίγο διαφορετικοί από την υπόλοιπη κοινότητα και αυτό κεντρίζει τα βλέμματα τους. Κάποια στιγμή το σχολείο διαπιστώνει ότι η μεγάλη κόρη της οικογένειας έχει κάποιους μώλωπες στο χέρι. Αυτό που σε μια άλλη περίπτωση θα είχε αξιολογηθεί ως ένα τυχαίο και αδιάφορο εύρημα μεταφέρεται ως γνώση στην Πρόνοια, η οποία αποφασίζει να το διερευνήσει, αφαιρώντας την επιμέλεια από τους γονείς και εκεί αρχίζει η περιπέτεια των Γκεοργκίου. Η φιλική κοινότητα ξαφνικά γίνεται εχθρική. Η υποτιθέμενη προοδευτική άνεση με την οποία τους «αγκάλιασε» ξαφνικά έχει γίνει προκατάληψη και καχυποψία.
Ο Μουντζίου κάνει με το «Φιορδ» μια έξοχη κοινωνική μελέτη για την οικογένεια, την κοινότητα, το κράτος, τον σύγχρονο τρόπο ζωής και τις δομές του. Τι θεωρεί ο καθένας μας σωστό, τι είναι κοινωνικά αποδεκτό και τελικά πως το κράτος και οι δομές του εξετάζουν και αξιολογούν το σωστό και το αποδεκτό κατά την κρίση τους. Μια οικογένεια τίθεται υπό συνεχή παρακολούθηση από μια κρατική δομή: Η συμπεριφορά των γονιών, οι σχέσεις τους με τα παιδιά, η καθημερινότητα τους, η αντίδραση των παιδιών σε αυτή τη ρουτίνα φιλτράρονται από το θεσμικό βλέμμα της Πρόνοιας. Το εκπληκτικό είναι ότι κάθε απόκλιση δεν απαγορεύεται αλλά στηλιτεύεται και καταγράφεται ως αποκρουστική. Τι είναι όμως απόκλιση και τι είναι ορθό; Το να μεγαλώνεις το παιδί σου με την Βίβλο στο χέρι και ένα παλιομοδίτικο βαλκανικό σύστημα πειθαρχίας ρίχνοντας που και που και κανένα σκαμπίλι στον πισινό (όπως δηλαδή το κάνει η οικογένεια Γκεοργκίου) ή μήπως το να αφήνεις τα παιδιά να έχουν κινητό, πρόσβαση στο YouTube και στα βίαια βιντεοπαιχνίδια (όπως κάνει η ανάδοχη οικογένεια της Πρόνοιας) απλώς για να είσαι μέσα στην εποχή; Είναι τελικά η οικογένεια Γκεοργκίου η «περίπτωση» ή η Πρόνοια που βάζει στα κουτάκια των αναφορών της την οικογένεια κάνει λάθος;
Είναι τελικά τα Φιόρδ στα οποία μένει η οικογένεια Γκεοργκίου ένας χώρος προοδευτικής ελευθερίας και δράσης ή μήπως έτσι όπως είναι σχηματοποιημένα στην γεωγραφία τους δημιουργούν περιορισμούς στους ανθρώπους με βάση τα γενικά πρότυπα και το τι είναι αποδεκτό ως τρόπος ζωής; Ένα παιχνίδι εξουσίας και γνώσης γύρω από το τι είναι αποδεκτό και τι είναι ορθό στήνεται από τον Μουντζίου. Σε βαθμό που αν και λειτουργεί με σαρκασμό σε κάποια σημεία απέναντι στο υποτιθέμενο βορειοευρωπαϊκό ανώτερο και προοδευτικό και στο παράδοξο βαλκανικό συντηρητικό παρατηρώντας τα γεγονότα προβοκάρει τον θεατή του και τον προκαλεί να απαντήσει για τον εαυτό του το τι πιστεύει ότι είναι τελικά σωστό. Γιατί αυτό που συμβαίνει είναι πως ένα ευρύτερο σύστημα εσωτερικών αντιλήψεων, τρόπου ζωής για την οικογένεια, για την ανατροφή, την θρησκεία, την πειθαρχία ακόμα και την κουλτούρα σχέσεων κράτους – πολίτη ξετυλίγεται μπροστά στα μάτια μας.
Εξαιρετικό το σχόλιο της ταινίας, που καταπιάνεται με ένα αρκετά δύσκολο και ευαίσθητο θέμα με σοβαρές πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Ακόμα κι αν σε κάποιες σεναριακές λεπτομέρειες ίσως ξενίζει (όπως ο ενστικτώδης τρόπος με τον οποίο λειτουργούν οι έφηβοι της ταινίας προσπαθώντας να ξεφύγουν από τις νόρμες που τους κατατάσσουν οι ενήλικες γονείς τους με βάση τα δικά τους κοινωνικά βάρη) καταλήγει σε κάτι αρκετά ξεκάθαρο, στοχευμένο και αρκετά αφοπλιστικό ως ανάλυση χωρίς να δίνει απαντήσεις (αυτές ανήκουν σε κάθε θεατή ξεχωριστά) αλλά έχοντας διάθεση να αμφισβητήσει τι είναι τελικά φυσιολογικό, ποιος έχει το δικαίωμα να μας αξιολογεί για τον τρόπο ζωής μας, ποια εκδοχή της πραγματικότητας είναι πιο βολική, πόσο αποτελεσματική είναι τελικά η εξουσία του σύγχρονου ευρωπαϊκού τρόπου ζωής που λειτουργεί με βάση την πολιτική ορθότητα της εποχής ανάμεσα στο είναι και στο φαίνεσθαι.
Γιάννης Γκροσδάνης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα parallaximag.gr
