ΦΙΟΡΔ - Γιάννης Ραουζαίος

 

Υπάρχουν ταινίες που αφηγούνται μια σύγκρουση και την ίδια στιγμή σε υποχρεώνουν μέσα από την αφηγηματική δύναμη της φόρμας τους να αναρωτηθείς αν η ίδια η έννοια της σύγκρουσης είναι ήδη μια παγίδα. Το Fjord του Cristian Mungiu, η ταινία που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες του 2026, ανήκει σε αυτή την κατηγορία ταινιών. Δεν είναι μόνον  ένα κοινωνικό δράμα για μια οικογένεια μεταναστών που συγκρούεται με τις υπηρεσίες προστασίας ανηλίκων μιας φιλελεύθερης κοινωνίας. Είναι μια ταινία για την αδυναμία του σύγχρονου ανθρώπου να συνυπάρξει με εκείνον που δεν μοιράζεται τις θεμελιώδεις βεβαιότητές του.

Ο Mungiu μεταφέρει τη δραματουργική του μηχανή από τη Ρουμανία στη Νορβηγία και από την ιστορική μνήμη του αυταρχισμού και της σκληρής πολιτικής συγκρότησης ενός κράτους της ανατολικής Ευρώπης του παρελθόντος, σε μια κοινωνία που θεωρεί τον εαυτό της προοδευτική, ανεκτική και θεσμικά ώριμη. Οι Gheorghiu —ο Mihai, Ρουμάνος μηχανικός, και η Lisbet, Νορβηγίδα που επιστρέφει στην πατρίδα της— εγκαθίστανται με τα πέντε παιδιά τους σε μια απομονωμένη κοινότητα, σ’ έναν τόπο όπου το τοπίο μοιάζει να έχει κατασκευαστεί από τη φύση ως εικόνα ελευθερίας: νερό, βουνά, χιόνι, ανοιχτός ορίζοντας. Κι όμως, μέσα σε αυτή την υποτιθέμενη απεραντοσύνη, οι άνθρωποι ζουν μέσα σε ένα από τα πιο στενά συστήματα ορισμών που μπορεί να υπάρξει: τι είναι κανονικό, τι είναι ασφαλές, τι είναι αποδεκτό, τι είναι παιδαγωγικά ορθό, τι είναι επιτρεπτό να πιστεύει κανείς.

Το φιορδ, λοιπόν, δεν είναι απλώς το γεωγραφικό σκηνικό της ταινίας. Είναι η μεγάλη μεταφορά της. Μια βαθιά κοιλάδα με τη διαρκή παρουσία διαμεσολάβηση του υδάτινου στοιχείου- ορίου. Ένας χώρος που ενώ μοιάζει ανοιχτός  στην πραγματικότητα περικλείεται από απόκρημνα τοιχώματα. Έτσι είναι και η Νορβηγία του Mungiu: μια κοινωνία που έχει οικοδομήσει την ταυτότητά της πάνω στην ανεκτικότητα, αλλά η οποία, όταν συναντά μια μορφή ζωής που δεν επιθυμεί να αφομοιωθεί πλήρως, αρχίζει να αποκαλύπτει τα σκληρά  όριά της.

Η οικογένεια των Gheorghiu είναι αναμφισβήτητα συντηρητική, θρησκευτικά φανατική, αυταρχική σε πολλά σημεία της εσωτερικής της οργάνωσης. Τα παιδιά μεγαλώνουν μέσα σε μια αυστηρή ευαγγελική κοσμοθεωρία, με καθημερινή προσευχή, περιορισμούς στην τεχνολογία και μια αντίληψη της οικογένειας που ο Mihai υπερασπίζεται ως φυσική και θεϊκά θεμελιωμένη. Η σωματική τιμωρία δεν είναι γι’ αυτόν κακοποίηση αλλά παιδαγωγική πράξη· η «σφαλιάρα στον πισινό» δεν ταυτίζεται με το «χτύπημα». Αυτή η διάκριση, που για τον ίδιο είναι αυτονόητη, γίνεται στα μάτια του κράτους μια επικίνδυνη σημασιολογική υπεκφυγή.

Και εδώ ακριβώς αρχίζει ο Mungiu να αποσυναρμολογεί τη βεβαιότητά μας.

Διότι το σύστημα δεν αντιδρά σε μια σαφώς αποδεδειγμένη πράξη βίας. Αντιδρά σε μια σειρά ενδείξεων ως προς αυτή. Σε σημάδια, σε δηλώσεις παιδιών, σε πολιτισμικές διαφορές, σε μια οικογενειακή δομή που προκαλεί δυσπιστία. Η Elia εμφανίζεται στο σχολείο με μώλωπες. Τα παιδιά παραδέχονται ότι οι γονείς τα τιμωρούν σωματικά. Η κοινωνική πρόνοια ενεργοποιείται με την ταχύτητα ενός μηχανισμού που έχει εκπαιδευτεί να μην περιμένει. Και μέσα σε ελάχιστο χρόνο, τα πέντε παιδιά απομακρύνονται από το σπίτι, ακόμη και το βρέφος που θηλάζει.

Η σκηνή αυτή είναι από τις πιο συγκλονιστικές της ταινίας ακριβώς επειδή δεν παίζεται ως μελοδραματική έκρηξη. Ο Mungiu αρνείται την εύκολη συγκινησιακή λύτρωση. Η φρίκη δεν βρίσκεται στις κραυγές αλλά στην ψυχρή διοικητική γλώσσα. Το παιδί δεν «αρπάζεται». «Τοποθετείται σε προστατευτική φροντίδα». Η μητέρα δεν στερείται το μωρό της. «Η διαδικασία προβλέπει». Η απανθρωπιά του συστήματος δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα κακών ανθρώπων. Είναι η απανθρωπιά μιας διαδικασίας που μπορεί να εκτελείται από ανθρώπους οι οποίοι πιστεύουν ειλικρινά ότι κάνουν το καλό.

Αυτό είναι το μεγάλο πολιτικό εύρημα του Fjord: η εξουσία δεν χρειάζεται πλέον να εμφανίζεται ως δικτατορία για να γίνει ολοκληρωτική. Μπορεί να μιλά τη γλώσσα της προστασίας, της ψυχικής υγείας, της ασφάλειας, της συμπερίληψης. Μπορεί να έχει άριστες προθέσεις και ταυτόχρονα να παράγει μια μορφή πειθαρχίας που δεν ανέχεται την παρέκκλιση.

Όμως ο Mungiu είναι αρκετά έντιμος ώστε να μην επιτρέψει στον θεατή να εγκατασταθεί στην εύκολη θέση του θύματος. Οι Gheorghiu δεν είναι αθώοι άγγελοι. Η οικογένεια είναι και αυτή ένας μικρός ολοκληρωτικός μηχανισμός. Η πίστη δεν λειτουργεί απλώς ως παρηγοριά αλλά ως σύστημα ελέγχου. Ο Mihai δεν ζητά μόνο να έχει δικαίωμα να πιστεύει. Θέλει η πίστη του να αποτελεί το ερμηνευτικό πλαίσιο της ζωής των παιδιών του. Η οικογένεια είναι ένας κόσμος κλειστός, στον οποίο ο πατέρας έχει την εξουσία να ορίζει το καλό, το κακό, την αμαρτία, τη σωτηρία και την τιμωρία.

Εδώ βρίσκεται η βαθύτερη ειρωνεία της ταινίας. Η Νορβηγική κοινωνία και η οικογένεια των Gheorghiu φαίνεται να βρίσκονται στους αντίθετους πόλους της πολιτικής και ηθικής σκέψης. Στην πραγματικότητα, μοιάζουν περισσότερο απ’ όσο θα ήθελαν να παραδεχθούν. Και οι δύο πιστεύουν ότι υπάρχει μία σωστή μορφή ζωής. Και οι δύο δυσπιστούν απέναντι σε εκείνον που αρνείται να προσαρμοστεί. Και οι δύο θεωρούν την ελευθερία θεμελιώδη — υπό την προϋπόθεση ότι η ελευθερία δεν θα χρησιμοποιηθεί για να αμφισβητήσει το δικό τους σύστημα αξιών.

Ο Mihai είναι ίσως ο πιο σύνθετος χαρακτήρας της ταινίας. Μπορεί να φαίνεται σαν ο συντηρητικός, πατριαρχικός, θρησκόληπτος άνδρας που επιθυμεί να επιβάλει τις αντιλήψεις του στα παιδιά του. Και πράγματι, αυτό κάνει. Όταν όμως υπερασπίζεται το δικαίωμα στην έκφραση μιας άποψης, ακόμη και μιας άποψης που ο ίδιος δεν αποδέχεται, η ταινία δεν τον αφήνει να μετατραπεί σε καρικατούρα. Η ελευθερία, μοιάζει να λέει, δεν είναι πραγματική όταν παρέχεται à la carte: ελευθερία μόνο για τις απόψεις που θεωρούμε ηθικά αξιοπρεπείς.

Αλλά το ίδιο ακριβώς ισχύει και για την άλλη πλευρά. Η φιλελεύθερη κοινωνία δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι είναι ανεκτική μόνο απέναντι σε εκείνους που έχουν ήδη αποδεχθεί τους όρους της ανεκτικότητάς της. Η κοινωνική πρόνοια μπορεί να έχει βάσιμους λόγους να ανησυχεί για τα παιδιά. Οι δάσκαλοι μπορεί να ενεργούν καλόπιστα. Οι θεσμοί μπορεί να λειτουργούν σύμφωνα με τον νόμο. Και παρ’ όλα αυτά, η ταινία ρωτά: τι συμβαίνει όταν η προστασία μετατρέπεται σε κατοχή; Όταν το κράτος δεν προστατεύει απλώς το παιδί από τη βία, αλλά αρχίζει να αποφασίζει ποια οικογένεια είναι ιδεολογικά κατάλληλη για να το μεγαλώσει;

Ο Mungiu τοποθετεί συνειδητά τους «διωκόμενους» στη συντηρητική πλευρά. Είναι μια επιλογή σχεδόν προκλητική. Ο θεατής που έχει μάθει να συνδέει την κοινωνική πρόοδο με την απελευθέρωση καλείται ξαφνικά να υπερασπιστεί ανθρώπους των οποίων οι ιδέες τον απωθούν. Δεν του επιτρέπεται να πει: «Δεν συμφωνώ μαζί τους, άρα δεν χρειάζεται να υπερασπιστώ τα δικαιώματά τους». Αυτή ακριβώς είναι η δοκιμασία της ταινίας.

Και ο Mungiu δεν χαρίζει τίποτε σε κανέναν. Η κοινωνική λειτουργός Gunda δεν είναι απλώς μια σαδιστική γραφειοκράτης που συμβαίνει να μην έχει η ίδια παιδιά. Ο Mihai δεν είναι απλώς ένας πατριάρχης. Η Lisbet δεν είναι απλώς η ευαίσθητη μητέρα. Η Mia, η προοδευτική δικηγόρος και γειτόνισσα, βρίσκεται ίσως στο κέντρο της ηθικής τραγωδίας της ταινίας. Είναι μορφωμένη, φιλελεύθερη, θεσμικά ευαίσθητη, μια γυναίκα που γνωρίζει τη γλώσσα της δικαιοσύνης. Είναι όμως και μητέρα της Noora, της νεαρής Νορβηγίδας που συνδέεται βαθιά με την Elia.

Η σχέση των δύο κοριτσιών αποτελεί την κρυφή συναισθηματική αρτηρία του Fjord. Η Noora, μεγαλωμένη μέσα στην προοδευτική κοινωνία, μοιάζει αρχικά να διαθέτει όλα όσα οι Gheorghiu στερούν από τα παιδιά τους: ελευθερία, πρόσβαση στην τεχνολογία, δικαίωμα στην αμφισβήτηση. Κι όμως, είναι η Noora που κουβαλά το βαθύτερο τραύμα. Είναι εκείνη που δεν μπορεί εύκολα να αγαπήσει, να επικοινωνήσει, να ενταχθεί. Η «ελεύθερη» κοινωνία δεν έχει απαραίτητα δημιουργήσει ελεύθερους ανθρώπους.

Η έλξη της Noora προς την Elia είναι μια από τις πιο λεπτές και αμφίσημες χειρονομίες του Mungiu. Δεν παρουσιάζεται ως απλή ερωτική ιστορία, αλλά ως έλξη προς το απαγορευμένο, προς μια ζωή που έχει όρια και συνεπώς διαθέτει, ίσως, ακόμη την ένταση της επιθυμίας. Η Elia, το κορίτσι που ο πατέρας της θέλει να προστατεύσει από τον κόσμο, γίνεται για τη Noora ο κόσμος. Η σχέση τους, ακριβώς επειδή δεν εξηγείται πλήρως, αποκτά μια σχεδόν μεταφυσική δύναμη.

Και τότε έρχεται το νερό...

Το παράξενο, σχεδόν παράγωγο κάποιας θαυματουργής δύναμης περπάτημα της νεαρής Νορβηγίδας πάνω στην επιφάνεια του νερού αποτελεί τη μεγάλη ρωγμή στον αυστηρό ρεαλισμό του Mungiu. «Πρέπει να το πιστέψεις», λέει η ταινία. Μα τι σημαίνει πίστη σε έναν κόσμο όπου κάθε πλευρά έχει μετατρέψει τη δική της πίστη σε ιδεολογία;

Το θαύμα δεν αποδεικνύει τη θρησκεία των Gheorghiu. Δεν ακυρώνει τον υλισμό της Νορβηγικής κοινωνίας. Δεν επιβεβαιώνει καν ότι συνέβη πραγματικά. Και ακριβώς γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό. Το Fjord δεν προτείνει μια επιστροφή στο θρησκευτικό θαύμα. Προτείνει κάτι πιο δύσκολο: την αναγνώριση ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν εξαντλείται στις κατηγορίες με τις οποίες τα συστήματα προσπαθούν να την ελέγξουν.

Η αγάπη, η πίστη, η ενοχή, η επιθυμία, η συγχώρεση — όλα αυτά δεν είναι εύκολα μετρήσιμα. Ούτε μπορούν να ενταχθούν πλήρως σε έναν θεσμικό φάκελο ή σε ένα θεολογικό δόγμα. Η Noora που περπατά στο νερό είναι η εικόνα μιας πίστης που δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε σύστημα εξουσίας. Μιας πίστης αδύναμης, αβέβαιης, σχεδόν παιδικής, αλλά για  αυτό ίσως πιο αληθινής, καθώς στηρίζεται σε μια αγάπη απόλυτη και πέραν των ορίων.

Το τέλος του Fjord δεν είναι νίκη. Είναι αναγνώριση της ήττας. Και αυτή η ήττα είναι ίσως η πιο ώριμη πολιτική θέση της ταινίας. Η Lisbet, η Νορβηγίδα μητέρα που έχει προσχωρήσει στον ευαγγελισμό, βρίσκεται τελικά ανάμεσα σε δύο κόσμους που δεν μπορούν να συνυπάρξουν χωρίς να πληγώσουν ο ένας τον άλλον. Ο Mihai χάνει την αλαζονεία της βεβαιότητάς του. Οι θεσμοί δεν μπορούν να πανηγυρίσουν, διότι η «προστασία» τους έχει προκαλέσει τραύμα. Τα παιδιά είναι οι πραγματικοί ηττημένοι, εκείνα που υποτίθεται ότι όλοι ήθελαν να προστατεύσουν.

Και η Mia, η δικηγόρος και μητέρα, βρίσκεται ενώ έχει νικήσει σε ένα πρώτο επίπεδο, χρησιμοποιώντας όλη τη μαεστρία της και τη γνώση των θεσμών, βρίσκεται ενώπιον της πιο προσωπικής της ήττας. Η προοδευτική γυναίκα που πιστεύει στη δικαιοσύνη, στους θεσμούς και στην αυτονομία, βλέπει τη μικρή της κόρη να αγαπά — ή να επιθυμεί — ένα κορίτσι από την οικογένεια που το ίδιο το σύστημα έχει στιγματίσει ενώ την ίδια στιγμή αυτή η ίδια δομή που είναι και αυτή ενταγμένη και τη χρησιμοποιεί ώστε να επιτύχει κάποιες μικρές νίκες δικαιοσύνης, προσπαθεί με κάθε τρόπο να ακυρώσει τα πάντα και να επιβάλει την ουσιαστικά ολοκληρωτική της παρουσία! Η Elia, το «πρόβλημα» που πρέπει να προστατευθεί, γίνεται ταυτόχρονα το πρόσωπο που η Noora επιθυμεί. Και τότε η Mia αναγκάζεται να καταλάβει ότι κανένα σύστημα δεν μπορεί να προστατεύσει τα παιδιά από τη ζωή, ενώ την ίδια στιγμή συνειδητοποιεί ότι και το επάγγελμα της αλλά και η κριτική υπεράσπιση των θεσμών που βρίσκεται εντός τους δεν αποτελεί αληθινή απάντηση στο ερώτημα της υπαρξιακής ελευθερίας. Συνειδητοποιώντας το αυτό τι μένει για εκείνη;  Να επιστρέψει στη γιόγκα- συμβολικά σε μια αυτόνομη εσωτερική πνευματική ενασχόληση πέραν του κόσμου- φεύγοντας μακριά από τα πολιτικά διακυβεύματα και τις συγκρούσεις των ιδεολογιών απολύτως απογοητευμένη, και να βοηθήσει τη Νόορα να συναντηθεί με την Έλια σε μια τελευταία απέλπιδη προσπάθεια να νικήσει η δύναμη και η αθωότητα της νιότης και της άδολης αγάπης.

Αυτό είναι τελικά το μεγάλο παράδοξο του Fjord. Όλοι μιλούν για το συμφέρον των παιδιών. Οι γονείς, η κοινωνική πρόνοια, οι δάσκαλοι, οι δικηγόροι, οι εκκλησιαστικοί παράγοντες. Όμως τα παιδιά είναι τα μόνα που δεν ζητούν να μετατρέψουν την άλλη πλευρά σε εχθρό. Η Elia και η Noora μπορούν να συνδεθούν πριν οι ενήλικες προλάβουν να τους εξηγήσουν γιατί δεν πρέπει.

Ο Mungiu, όπως και στο R.M.N., ενδιαφέρεται για το σημείο όπου μια κοινότητα παύει να είναι κοινότητα και γίνεται μηχανισμός κρίσης. Στο Fjord, όμως, το ζήτημα είναι ακόμη πιο οδυνηρό. Δεν έχουμε απέναντι μια φανερά αυταρχική κοινωνία. Έχουμε μια δημοκρατία που πιστεύει ειλικρινά στον εαυτό της. Και έχουμε μια οικογένεια που πιστεύει ειλικρινά στην πίστη της. Η σύγκρουση δεν είναι μεταξύ καλού και κακού. Είναι η σύγκρουση δύο απόλυτων βεβαιοτήτων, καθεμία από τις οποίες θεωρεί ότι η άλλη είναι επικίνδυνη ακριβώς επειδή δεν μπορεί να ανεχθεί την ύπαρξή της.

Για αυτό και ο Χρυσός Φοίνικας του Fjord είναι, πέρα από την καλλιτεχνική του αξία, μια επιλογή με ιδιαίτερη σημασία. Ο Mungiu παραδίδει στον θεατή όχι ένα μήνυμα αλλά ένα ηθικό βάρος. Δεν του λέει ποιον να δικαιώσει. Τον υποχρεώνει να αναρωτηθεί ο ίδιος εάν θα υπερασπιζόταν την ελευθερία κάποιου που απεχθάνεται.

Και ίσως εκεί, στο τέλος, βρίσκεται το πραγματικό θαύμα της ταινίας. Όχι στο αν ένα παιδί περπατά ή δεν περπατά πάνω στο νερό. Αλλά στο αν ο θεατής μπορεί, έστω για μια στιγμή, να περπατήσει έξω από το δικό του σύστημα αξιών και βεβαιοτήτων.

Το Fjord είναι μια ταινία για την πίστη, αλλά όχι μόνο τη θρησκευτική. Είναι μια ταινία για την πίστη στους θεσμούς, στην πρόοδο, στην οικογένεια, στην ελευθερία, στη λογική, στην αγάπη. Και η πιο οδυνηρή της διαπίστωση είναι ότι κάθε πίστη, όταν παύει να γνωρίζει την αμφιβολία, μπορεί να γίνει ολοκληρωτική.

Μένει λοιπόν η αγάπη. Αλλά η αγάπη, μέσα στον κόσμο του Mungiu, δεν είναι μια εύκολη λύση. Είναι η πιο δύσκολη μορφή ελευθερίας, επειδή δεν υπακούει ούτε στον νόμο ούτε στο δόγμα. Και για αυτό ακριβώς είναι και η μόνη δύναμη που μπορεί, ίσως, να διασχίσει το φιορδ.

Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα grandmagazine.gr

Smart Search Module