ΦΟΝΟΣ ΣΤΗΝ ΠΡΕΣΒΕΙΑ - Βασίλης Κεχαγιάς

Η Ντέιβισον δεν είναι Αγκάθα Κρίστι

Δυστυχώς, η Αλεξάντρα Ντέιβισον, η οποία συνέλαβε την πλοκή του σεναρίου της ταινίας «Φόνος στην πρεσβεία», θα ήθελε πολύ να είναι Αγκάθα Κρίστι, αλλά δεν τα καταφέρνει, όσο κι αν προσπαθεί. Για την ακρίβεια, δεν προσπαθεί, απλώς αντιγράφει. Ακόμη και η χρονολογία εξέλιξης των γεγονότων του φιλμ είναι το 1934, όπως λίγο πολύ μας έχει συνηθίσει χρονολογικά η «μαστόρισσα» του είδους, σε ανάλογες περιπτώσεις. Για παράδειγμα, το «Έγκλημα στον Νείλο» ή το «Έγκλημα στο Οριάν εξπρές». Η ιστορία της Ντέιβισον, επεξεργασμένη από τον σεναριογράφο Μαρκ Μπρέναν, πατάει ακριβώς στη μέθοδο του «γίνεται ένας φόνος σ’ έναν κλειστό χώρο κι όλοι είναι ύποπτοι». Εδώ ο χώρος είναι η βρετανική πρεσβεία στο Κάιρο (να την πάλι η Αγκάθα) και στοιχίζονται ως υποψήφιοι δολοφόνοι ο φωτογράφος, η φοιτήτρια, η ηθοποιός, ο φρουρός, ο διερμηνέας του πρέσβη, ακόμη κι ο ίδιος ο πρέσβης. Και οι αντιγραφές δεν σταματούν εδώ. Η Ντέιβισον εφευρίσκει μια ερασιτέχνιδα ντετέκτιβ, την Μιράντα Γκριν, προκειμένου να επιλύσει το μυστήριο. Κάτι σαν μις Μαρπλ, στο νεαρότερο ή Ηρακλής Πουαρό στο λιγότερο «μερακλίδικο». Την Μιράντα Γκριν μας τη σύστησε πάλι ο σκηνοθέτης Στέφεν Σάιμεκ, στην προηγούμενη ταινία του «Πρόσκληση σε φόνο», με την ίδια μεθοδολογία εργασίας στην ανίχνευση του ένοχου, έτσι που όλα μοιάζουν να υπακούουν σε μια μανιέρα. Κι εκεί ο φόνος στην απομονωμένη έπαυλη ενός εκατομμυριούχου στο Λονδίνο, ξανά το 1934, με συνάθροιση υπόπτων γύρω από το πτώμα. Μια αρκετά πετυχημένη εισπρακτικά ταινία, η οποία έμοιαζε να ζητά τη συνέχειά της, το λεγόμενο σίκουελ.

Όπως γίνεται αντιληπτό, μόνον πρωτοτυπία δεν αποπνέει το φιλμ του Σάιμεκ, αφού αποτελεί το φωτοτυπημένο αντίγραφο μιας ολόκληρης σειράς βιβλίων και ταινιών. Και μάλιστα, «μελανιασμένο», αφού η ιστορία δεν μένει στην ανάπτυξη επιβαρυντικών στοιχείων, για όλους τους παρευρισκόμενους, αλλά εμπλέκει τσαλαβουτώντας και πολιτικά στοιχεία, δίχως κάποιο ιδιαίτερο νόημα. Το έτος εξέλιξης των γεγονότων υποτίθεται ότι δικαιολογεί τη χρονική σύμπτωση με την εκπόνηση των σχεδίων του ναζισμού, κάτι που αντί να εμπλουτίσει την ταινία, την αποπροσανατολίζει. Η Μιράντα Γκριν, όντας σχεδόν αυτόκλητη ως ιδιωτική ντετέκτιβ, αρχικά δεν εμπνέει καμιά εμπιστοσύνη στην επίλυση του μυστηρίου, αλλά με δαιμόνιο ένστικτο διαψεύδει τους πάντες και αποδεικνύεται σαΐνι στο ξετύλιγμα του νήματος.Το πρόβλημα είναι πως σε αυτόν τον γρίφο, ούτε τα πρόσωπα ούτε ο σκηνοθέτης καταφέρνουν να εμπλέξουν και να συνεπάρουν τον θεατή. Οι δημιουργοί δίχως έμπνευση, τηλεοπτικοί «μανιερίστες» ουσιαστικά, αφού αυτή είναι η καταγωγική τους εμπειρία, μοιάζουν να μην ξεφεύγουν ούτε εκατοστό από ό,τι έχει προηγηθεί στο αστυνομικό μυθιστόρημα και στην εικονογράφησή του. Κι εκεί όπου το πράττουν (η ανάμειξη των γερμανικών σχεδίων), τα πράγματα αντί να βελτιώνονται χειροτερεύουν.

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

Smart Search Module