ΟΣΑ ΔΕΝ ΛΕΓΟΝΤΑΙ - Στράτος Κερσανίδης

 

Το αίνιγμα της Ταγγέρης

Ο Κάρλο και η Ελίζα είναι πολύ ερωτευμένοι. Ο Πάολο, στενός φίλος του Κάρλο, γίνεται στενός φίλος και της Ελίζα. Μετά από λίγο ερωτεύεται κι αυτός και παντρεύεται την Άννα. Σύντομα θα αποκτήσουν μια κόρη, τη Βιτόρια, που θα συμπληρώσει την ευτυχία τους. Τα δυο φιλικά ζευγάρια συνεχίζουν να κάνουν παρέα.

Δεν πέρασαν πολλά χρόνια και η σχέση του Πάολο και της Άννας αρχίζει να κλονίζεται. Όσο για τη σχέση του Κάρλο και της Ελίζα φαίνεται να δοκιμάζεται εξαιτίας της αδυναμίας να αποκτήσουν ένα παιδί. Τότε θα εμφανιστεί η Μπλου, μια όμορφη φοιτήτρια του Κάρλο στο πανεπιστήμιο που θα μπει στη ζωή του σαν σίφουνας.

Τα δυο ζευγάρια, μαζί με τη 13χρονη πλέον Βιτόρια, αποφασίζουν να κάνουν ένα ταξίδι στην Ταγγέρη. Η ένταση Πάολο και Άννας δημιουργεί τεταμένη ατμόσφαιρα η οποία γίνεται ακόμη πιο εκρηκτική εξαιτίας της σχέσης μεταξύ της Άννα και της Βιτόρια, η οποία συγκρούεται με τη μητέρα της και προτιμά να ακούει τις συμβουλές τους Κάρλο. Στο μεταξύ το πάθος φαίνεται ότι επανέρχεται στη σχέση του Κάρλο και της Ελίζας. Και τότε εμφανίζεται η Μπλου που ταξίδεψε στο Μαρφόκο με σκοπό να πιέσει τον εραστή της να χωρίσει.

Μια ταινία που ξεκινά και εξελίσσεται ως μια ιστορία περίπλοκων οικογενειακών σχέσεων που όσο περνά η ώρα εξελίσσεται σε ένα μυστηριώδες γαϊτανάκι. Άλλωστε από την αρχή ο σημαντικός ιταλός σκηνοθέτης Γκαμπριέλε Μουτσίνο, μας τοποθετεί μπροστά σε ένα προς επίλυση αίνιγμα. Τελικά η ταινία «Όσα δεν λέγονται» (Le cose nοn dette) εξελίσσεται σε ένα δυναμικό κι αναπάντεχο ερωτικό-ψυχολογικό θρίλερ.

Ο Μουτσίνο μας συστήνει τους χαρακτήρες του μέσα από τις δικές τους αφηγήσεις. Σύντομα αντιλαμβανόμαστε ότι πρόκειται για καταθέσεις που σχετίζονται με κάτι που συνέβη. Κι αυτό το κάτι είναι που πλανάται μέχρι το φινάλε, η αποκάλυψη του οποίου, “δεν λέγεται” (όπως είναι κι ο τίτλος) αλλά υπονοείται σχεδόν ξεκάθαρα.

Βέβαια δεν πρόκειται να σας αποκαλύψω τι συμβαίνει στην ταινία θα σας ομολογήσω όμως ότι με ενθουσίασε.

Ο τρόπος που κινηματογραφεί ο Μουτσίνι είναι σαγηνευτικός. Χρησιμοποιώντας φλας μπακ -όλη η κεντρική αφήγηση στην Ταγγέρη συμβαίνει στο παρελθόν- ώστε να συνδέσει τις σχέσεις των χαρακτήρων του με τα  διάφορα, δευτερεύοντα αρχικά που γίνονται κυρίαρχα στην πορεία, γεγονότα, συνθέτει ένα αινιγματικό παιχνίδι που ανεβάζει την ένταση διαρκώς. Κι όταν έρχεται η “έκρηξη” και τα πάντα αποσυντίθενται ο θεατής μένει καρφωμένος, άφωνος, συνεπαρμένος. Γιατί εν τέλει η ταινία μιλά για πράγματα που δυστυχώς δεν λέγονται. Που αν υπήρχε η τόλμη να ειπωθούν στην ώρα τους, ίσως πολλά δεινά να είχαν αποφευχθεί.

Ο Γκαμπριέλε Μουτσίνι μεταφέρει στο σινεμά το μυθιστόρημα «Συρακούσες»  της Ντέλια Έφρον και κάνει φύλο και φτερό μια σειρά από σημαντικά θέματα που όμως δεν τα δίνουμε σημασία όταν πρέπει. Από τη γαμήλια σύμβαση μέχρι την επίκτητη αγωνία της γονεϊκότητας, από την άρνηση να δούμε το τέλος μιας σχέσης μέχρι τον τρόπο και τα “πρέπει” που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, από την ιδιοκτησιακή αντίληψη του (της) συντρόφου μας, μέχρι την αδυναμία να κατανοήσουμε το περίπλοκο της εφηβείας. Όλα αυτά τα επικίνδυνα, εκρηκτικά υλικά μπαίνουν μέσα στο μίξερ του Μουτσίνι κι από κει και πέρα τα πάντα μπορούν να συμβούν.

Καταπληκτική αξιοποίηση των δυνατοτήτων του μοντάζ, κάμερα που σχεδόν “μιλάει” κινηματογραφώντας, εξαιρετική μουσική -από τον σπουδαίο Πάολο Μπουονβίνο- που υπογραμμίζει τη δραματικότητα των όσων συμβαίνουν. Υπέροχοι όλοι οι ηθοποιοί που ερμηνεύουν με μέτρο, ελέγχοντας τις δραματικές μεταπτώσεις όπου και όσο χρειάζεται. Προσωπικά, και χωρίς να θέλω να αδικήσω τους υπόλοιπους, ξεχώρισα τη Μαργκαρίτα Πανταλέο στο ρόλο της Βιτόρια.

Σημαντικό ρόλο στην ταινία παίζει και ο γεωγραφικός χώρος όπου εκτυλίσσεται η δράση. Η Ταγγέρη μετατρέπεται σε ιδανικό σκηνικό των όσων συμβαίνουν, με τα στενά δρομάκια να λειτουργούν ως ένα αδιέξοδου λαβύρινθου για τους ίδιους τους ήρωες που “χάνονται” μέσα στα πάθη, τις αντιφάσεις και τις επιλογές τους.

Η υπέροχη αυτή ταινία κλείνει με ένα τεράστιο ερώτημα (που προσωπικά με στοίχειωσε) και οι θεατές καλούνται να απαντήσουν: “Εσείς θα το λέγατε;”.

Στράτος Κερσανίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kersanidis.wordpress.com

Smart Search Module