Κάτι κουρασμένα ζευγάρια
Τίποτα δεν μοιάζει ιδιαιτέρως πρωτότυπο στην ταινία του Ιταλού Γκαμπριέλε Μουτσίνο, αλλά και τίποτα δεν ενοχλεί στην ταινία του «Όλα όσα δεν λέγονται», όπως προσεγγίζει την ιστορία δύο κουρασμένων ζευγαριών. Σε πρώτο πλάνο, ο Κάρλο και η Ελίζα, καθηγητής φιλοσοφίας ο πρώτος, δημοσιογράφος διεθνούς κύρους η δεύτερη.
Πίσω τους, σα να ακολουθούν τα ίχνη τους, στην πλήξη και στη θλίψη, ένα ζεύγος φίλων τους, που τους συνοδεύει σ’ ένα «αναρρωτικό» ταξίδι στην Ταγγέρη. Τις συμβατικές τους σχέσεις παρακολουθεί- με αντίστοιχο συμβατικό τρόπο- και ο σκηνοθέτης, ως τη στιγμή κατά την οποία η κατάσταση εκρήγνυται, με καταλύτη μια νεαρή φοιτήτρια του Κάρλο, εμμονικά ερωτευμένη μαζί του. Συνεργός της η μικρή κόρη του δεύτερου ζεύγους, στο διάβα της εφηβείας και της αμφισβήτησης της υπερπροστατευτικής μητέρας της. Στην πραγματικότητα, η φοιτήτρια και η κόρη συνθέτουν ένα άτυπο, τρίτο ζεύγος, δύο μικρών «επαναστατριών». Η μία με την ερωτική της πυρπόληση, η άλλη με τη φλόγα να σιγοκαίει στο εσωτερικό της εφηβείας, θα αποτελέσουν τους πυροκροτητές για το τελικό παρανάλωμα πυρός.
Όσο ο σκηνοθέτης ασχολείται με την κρίση των σχέσεων, ανάμεσα σε τέσσερις συμβατικούς ανθρώπους, επιδεικνύει ανάλογα συμβατική διάθεση. Γνωστός στο ιταλικό κοινό, καλός σκοπευτής των ταμείων, προτιμά την ασφαλή οδό, χωρίς να ξαφνιάζει με τις επιλογές του.
Όλα εξελίσσονται σύμφωνα με γνώριμα μοντέλα, κάπως σαν καλοφτιαγμένες «Οικογενειακές ιστορίες»: τα ζευγάρια πολυετούς συμβίωσης, με την κόπωσή τους, η ερωτική αφύπνιση του άνδρα, μέσα από μια εξωσυζυγική σχέση, η απαίτηση της νεαρής ερωμένης για μόνιμη, και όχι εφήμερη σχέση, η ορμητική παρέμβασή της στη ζωή του. Οι χαρακτήρες περιγράφονται με σαφείς γραμμές (κάποτε ενοχλητικά αναλυτικά), τα πρόσωπα αποδίδονται με καθαρές γραμμές.
Όταν αρχίζει να διαφαίνεται μια άλλη διάσταση των γεγονότων, εκεί αναπτύσσει και ο Μουτσίνο πλέον φρενήρεις ρυθμούς, καταφέρνει να μπει στο πνεύμα του παραληρήματος των ηρώων, εκδηλωμένο τόσο με πράξεις, όσο και με λόγια. Το κρεσέντο του φιλμ οδηγεί, όπως θα ήταν αναμενόμενο, σε ένα τραγικό, συνάμα και λυτρωτικό τέλος. Η επανασυγκόλληση των ζευγών απαιτεί μια θυσία, κι όταν αυτή πραγματοποιείται, όλοι συνέρχονται από τον λήθαργο. Η μικρή κόρη τους δείχνει τον δρόμο της αγάπης, ίσως όμως και να τους αποδεικνύει την χρεωκοπία τους. Για να φτάσουν, όμως, τα πράγματα στην τελική ευθεία, απαιτείται να διανυθεί μια απόσταση, στην οποία ο σκηνοθέτης κουράζεται, επαναλαμβάνεται, πλατειάζει. Φτάνει, αλλά καταϊδρωμένος.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
