Νοσταλγία και μελαγχολία ενός χειροποίητου κόσμου
Ο Γιάν Μπογιάρσκι, μηχανικός και αρχιτέκτονας, πολωνός, έρχεται στο Παρίσι μετά τον Β΄Π πόλεμο για καλύτερη τύχη. Είναι ένας δαιμόνιος εφευρέτης της, πλην όμως είναι πολωνός και όχι ιδιαίτερα αποδεκτός από την γαλλική κοινωνία, τουλάχιστον στο κομμάτι αυτό που σχετίζεται με την εξουσία. Μετά από αρκετές άκαρπες προσπάθειες για πατεντάρισμα των ευρεσιτεχνιών του, θα βρεθεί να παραχαράσσει γαλλικά χαρτονομίσματα. Ξοπίσω του ο επιθεωρητής Ματέι, ειδικός στον τομέα αυτόν. Ένα κυνήγι-παιχνίδι ποντικού και γάτας μέχρις εσχάτων. Το πρόβλημα για τον Ματέι είναι ότι δεν κυνηγά έναν κοινό κακοποιό, αλλά έναν ιδιοφυή επιστήμονα και ταλαντούχο καλλιτέχνη. Η ιδιαιτερότητα του Μπογιάρσκι δεν είναι το κυνήγι του πλούτου ή του εύκολου χρήματος, είναι η εμμονή του για την τελειότητα, η ανάγκη αναγνώρισης του ταλέντου του, το πάθος για εκδίκηση ενός κόσμου που δεν είναι για όλους, που περνάει από κόσκινο τους άριστους και κρατάει τους ευχάριστους και βολικούς, ενός κόσμου που καταρρακώνει συνειδήσεις στην λογική του ρατσισμού. Κάθε είδους. Ο Μπογιάρσκι είναι ένας από μας, που θέλει και δεν μπορεί, να εξευτελίσει αυτό το σύστημα ενός κόσμου άνισου και άδικου, να πάρει εκδίκηση για τις προσβολές, την απαξίωση, την ματαιοδοξία που, εφαρμόζει στα ευάλωτα κομμάτια της κοινωνίας, να λειάνει τον πόνο στις πληγές, αφού καμιά πληγή δεν ιαίνεται , παρά μόνο επουλώνεται και η ουλή είναι πάντα εκεί, να θυμίζει και να πονά. Ο Ζαν-Πολ Σαλομέ μας κάνει συνοδοιπόρους σε τούτο το ταξίδι χωρίς φιοριτούρες, με παλιά λιτά υλικά του παλιού στιβαρού-παραδοσιακού σινεμά, ίσως παλιομοδίτικου, αλλά πάντα ενδιαφέροντος, πιστός στις κληρονομικές επιταγές του Ζαν-Πιερ Μελβίλ, αλλά και της νουβέλ βαγκ γενικότερα. Μια αστυνομική ιστορία βασισμένη σε αληθινά πρόσωπα και γεγονότα. Ο Γιαν Μπογιαρσκι υπήρξε και απασχόλησε την αστυνομία επί δεκατέσσερα χρόνια από το 1949 μέχρι το 1964, τη σύλληψη του, όπως μαντεύει ο κάθε θεατής, καθότι οι διαδρομές αυτές δεν κρατούν πολύ, όσο συναρπαστικές κι αν είναι.
Η διαδρομή αυτή που διαδραματίζεται στην οθόνη, προς τέρψη ημών των βολεμένων και ασφαλών, στις πάνινες καρέκλες μας, θεατών είχε ιδρώτα, πόνο, συναισθηματικό κόστος, μοναξιά, ματαίωση για τον Μπογιάρσκι. Ο «παραχαράκτης», ο επονομαζόμενος Σεζάν του πλαστού χρήματος ήταν μοναχικός λύκος, κάτι που δεν συμβαδίζει με τα κοινωνικά πρότυπα που, απαιτεί η λογική της κοινωνικής αλλαγής με πολιτικά μέσα, αλλά αυτός ήταν. Έπεσε μαχόμενος για το «τομάρι» του, την οικογένειά του, έστω κι αν τελικά την έχασε και αυτό δεν συνάδει με τους καθωσπρέπει μικροαστούς και επαναστάτες των καφέ, πολλώ δε μάλλον με τους κατέχοντες εξουσία και χρήμα. Όμως αυτός, αυτό έκανε. Και το ερώτημα είναι εμείς τι κάνουμε, σήμερα, κλεισμένοι στο καβούκι μας με το βλέμμα μόνιμα στραμμένο στον ψηφιακό κόσμο που, προσφέρουν οι οθόνες των κινητών και των υπολογιστών, δέσμιοι και θύματα ενός κόσμου που φτιάχτηκε για μας , αλλά δεν είναι για μας, ή δεν είναι για όλους και γίνεται για όλο και πιο λίγους.
Αυτός παραχάρασσε χαρτονομίσματα, αφού του στέρησαν την ευκαιρία , εμείς παραχαράσσουμε την ίδια μας τη ζωή, ενδίδοντας, υποχωρώντας, συμβιβαζόμενοι με τα ελάχιστα για μια ματωμένη επιβίωση, φτιάχνοντας σενάρια απαλλαχτικά και βολικά να δικαιολογήσουν την αδράνειά μας. Και στην καλύτερη προσπαθούμε να γίνουμε συνδαιτυμόνες σ’ ένα τραπέζι από το οποίο γευόμαστε μόνον ψευδαισθήσεις. Εξαιρετική αναπαράσταση εποχής έχοντας στην κάμερα τον Ζυλιέν Χιρς, με πολύ καλές ερμηνείες προεξάρχοντος του Ρεντά Κατέμπ, αλλά και του Σαρά Ζιροντό, χωρίς να υπολείπονται οι άλλοι , Μπαστιέν Μπουγιόν, Πιερ Λοτέν, Κεντάν Ντολμέρ, Βικτόρ Πουαριέ, Ολιβιέ Λουστό. Μια ευκαιρία για συνεύρεση στις πλατείες των ελάχιστων πια θερινών σινεμά, για να δούμε τουλάχιστον κάποιον που αντιστάθηκε , έστω και τον δικό του ανορθόδοξο τρόπο, αφού εμείς δεν μπορούμε ή δεν θέλουμε, ή φοβόμαστε τα χειρότερα, που δεν έχουν όριο ή πυθμένα. Μια ιστορία γι’ όσους έχουν πλοηγό την νοσταλγία.
Γιάννης Γκακίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kemes.wordpress
