Ο κινηματογράφος μας έχει συστήσει αμέτρητους εγκληματίες, ελάχιστοι όμως από αυτούς διέθεταν την ιδιοφυΐα ενός πραγματικού δημιουργού. Ο Γιαν Μπογιάρσκι διαθέτει ιδιοφυΐα που αναζητά διαρκώς την τελειότητα και βρίσκει στην παραχάραξη το μέσο για να την κατακτήσει. Αυτή ακριβώς η λεπτή γραμμή, που χωρίζει τον καλλιτέχνη, τον εφευρέτη και τον εγκληματία, βρίσκεται στον πυρήνα της νέας ταινίας του Ζαν-Πολ Σαλομέ. Βασισμένος σε μια αληθινή ιστορία, ο σκηνοθέτης επιλέγει μια σχεδόν ακαδημαϊκή αφηγηματική προσέγγιση, ισορροπώντας ανάμεσα στο βιογραφικό δράμα, το αστυνομικό θρίλερ και τη μελέτη ενός ανθρώπου που μετατρέπει το εξαιρετικό ταλέντο του σε παράνομη δημιουργία.
Η ταινία ανοίγει το 1951 σαν ένα καθαρόαιμο αστυνομικό θρίλερ, θυμίζοντας τα κλασικά φιλμ του είδους της δεκαετίας του '50. Η αρχική αυτή εντύπωση, ωστόσο, λειτουργεί περισσότερο ως αφετηρία παρά ως ο πραγματικός προορισμός της αφήγησης. Πολύ σύντομα το ενδιαφέρον μετατοπίζεται από την αστυνομική δράση στον ίδιο τον άνθρωπο, αφήνοντας το κυνηγητό να λειτουργεί κυρίως ως το πλαίσιο μέσα στο οποίο ξεδιπλώνεται η βιογραφία ενός προσώπου που επιστρατεύει την ιδιοφυΐα και τη σπάνια τυπογραφική του δεξιοτεχνία με μοναδικό σκοπό να εξασφαλίσει ένα καλύτερο μέλλον για την οικογένειά του, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι η επιλογή αυτή θα γίνει αργότερα η μεγαλύτερη απειλή για όσα προσπαθεί να προστατεύσει.
Ο Σαλομέ ανασυνθέτει με αξιοθαύμαστη ιστορική ακρίβεια τη μεταπολεμική Γαλλία και αποδίδει με σχολαστικότητα το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα της εποχής. Η απαξίωση που βιώνει εξαιτίας της καταγωγής του γίνεται η αφετηρία μιας ιδέας που σταδιακά εξελίσσεται σε εμμονή. Παράλληλα, η αντιπαράθεση ανάμεσα στις τράπεζες, την αστυνομία και την πολιτική εξουσία αποκαλύπτει αντικρουόμενα συμφέροντα, όπου η προσωπική επιδίωξη συγκρούεται συχνά με το εθνικό συμφέρον. Η προσπάθεια να αποδοθεί η υπόθεση σε σοβιετική υπονόμευση αποκαλύπτει συγχρόνως τον τρόπο με τον οποίο η πολιτική προπαγάνδα επιχειρεί να διαμορφώσει την κοινή γνώμη.
Πίσω όμως από την ιστορική αναπαράσταση βρίσκεται ένας άνθρωπος που προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην οικογένεια και στη μυστική ζωή που ο ίδιος οικοδομεί. Ο διπλός αυτός ρόλος αποτελεί μία από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές της ταινίας, καθώς ο Μπογιάρσκι κατορθώνει για μεγάλο χρονικό διάστημα να διατηρεί δύο παράλληλες πραγματικότητες. Εκείνο όμως που τελικά τον οδηγεί στην πτώση του δεν είναι κάποια αστοχία της ιδιοφυΐας του, αλλά η εμπιστοσύνη στους ανθρώπους και η ανθρώπινη πλεονεξία. Όπως συμβαίνει σχεδόν πάντα στη ζωή, έτσι και στον κινηματογράφο, η νομοτέλεια λειτουργεί αθόρυβα και αδιάκοπα, υπενθυμίζοντας ότι τίποτα δεν μένει για πάντα κρυφό.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της ταινίας βρίσκεται στον τρόπο με τον οποίο προσεγγίζει την ίδια την πράξη της παραχάραξης. Ο Σαλομέ αποφεύγει να παρουσιάσει τον ήρωά του ως έναν κοινό εγκληματία. Αντίθετα, τον αντιμετωπίζει ως έναν δημιουργό που αναζητά την αισθητική της τελειότητας, ακόμη κι όταν αυτή υπηρετεί έναν παράνομο σκοπό. Η παραχάραξη μετατρέπεται έτσι σε μια ιδιότυπη καλλιτεχνική διαδικασία, όπου η τεχνική, η υπομονή και η εμμονή αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από το ίδιο το οικονομικό όφελος. Η λεπτή γραμμή ανάμεσα στον καλλιτέχνη, τον εφευρέτη και τον εγκληματία γίνεται διαρκώς δυσδιάκριτη, χωρίς ποτέ η ταινία να επιχειρεί να δικαιολογήσει τις πράξεις του πρωταγωνιστή της.
Η σκηνοθεσία του Ζαν-Πολ Σαλομέ ακολουθεί μια σχεδόν ακαδημαϊκή πειθαρχία. Η κάμερα παραμένει διακριτική, η αφήγηση εξελίσσεται με απόλυτη καθαρότητα και κάθε σκηνή υπηρετεί με συνέπεια τη συνολική δραματουργία. Η αναπαράσταση της εποχής εντυπωσιάζει για την ακρίβεια των λεπτομερειών της, χωρίς ποτέ να μετατρέπεται σε αυτοσκοπό, ενώ ο ρυθμός της αφήγησης διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τέλος, παρότι η πραγματική ιστορία έχει ήδη γράψει τον επίλογό της.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας παίζει ο Ρεντά Κατέμπ, ο οποίος προσεγγίζει τον Μπογιάρσκι με απόλυτη αυτοκυριαρχία και εσωτερική ένταση. Η ερμηνεία του αποφεύγει κάθε υπερβολή και χτίζει έναν άνθρωπο που προκαλεί σχεδόν άθελά του τον θαυμασμό, όχι τόσο για την παρανομία του όσο για την ψυχραιμία, την οξυδέρκεια και το σχεδόν αλάνθαστο ένστικτό του. Είναι ένας από εκείνους τους ήρωες που σε κάνουν να αναρωτιέσαι πώς θα αξιοποιούσαν τις ίδιες ικανότητες αν είχαν επιλέξει έναν διαφορετικό δρόμο.
Ο Παραχαράκτης είναι κάτι πολύ περισσότερο από μια ακόμη ιστορία εγκλήματος. Είναι η βιογραφία ενός ανθρώπου που διέθετε όλα τα χαρακτηριστικά του μεγάλου δημιουργού, επιλέγοντας όμως να τα θέσει στην υπηρεσία της παρανομίας. Η ιδιοφυΐα του αποτελεί τη δεσπόζουσα νότα της ταινίας, μετατρέποντάς την σε μια βαθιά ανθρώπινη μελέτη γύρω από τα όρια της δημιουργίας, της φιλοδοξίας και της ηθικής.
Τελικά, ακόμη και ένα συρματόπλεγμα που χωρίζει τους «μέσα» από τους «έξω» αποδεικνύεται ανίσχυρο μπροστά στην επινοητικότητα ενός ανθρώπου όπως ο Μπογιάρσκι.
Κώστας Κωνσταντινίδης
