Με τις δολοπλοκίες και την εξαπάτηση παίζει ο Κρίστοφερ Νόλαν με έναν αρκετά έξυπνο, παραπλανητικό για τον θεατή, τρόπο, στην πρώτη του αυτή ταινία, ένα μαυρόασπρο σε φορμάτ των 16 mm. φιλμ νουάρ γυρισμένο τα Σαββατοκύριακα και με λιγοστές χιλιάδες δολάρια.
«Η παρακολούθηση είναι η εξήγηση μου», ακούς πολύ νωρίς στην ταινία να εξηγεί ο Μπιλ (Τζέρεμι Θίομπόλντ), ο ντυμένος κάπως σαν αλήτης πρωταγωνιστής της ταινίας, αν και δεν γνωρίζεις αν το λέει σε μας ή σε κάποιο άλλο πρόσωπο. Η συνήθεια του αυτή, να παρακολουθεί τους άλλους στους δρόμους του Λονδίνου, για να γράψει ένα βιβλίο, θα τον φέρει σε επαφή με έναν καλοντυμένο κλέφτη, τον Κoμπ (Άλεξ Χάουορντ), που παρακολουθεί, πολύ οργανωμένα, διάφορα πρόσωπα για να μπει στο διαμέρισμα τους και ο οποίος τον εισάγει στα κόλπα και τις ελκυστικές εμπειρίες της κλοπής.
Με μέντορα τον Κομπ, ο Μπιλ θα μπει σύντομα στο «παιχνίδι», στο οποίο σύντομα μπλέκεται και μια ξανθιά, αντίγραφο των μοιραίων γυναικών του κλασικού νουάρ (Λούσι Ράσελ), παρακολουθώντας και κατασκοπεύοντας διάφορα θύματα, για να μας οδηγήσει και να μας περιπλέξει σε μια, ανάμεσα στον Χίτσκοκ και τα νουάρ του Τζέιμς Κέιν, περιπέτεια, που κάποια στιγμή αποκτά μια πιο άγρια ατμόσφαιρα, με κυρίαρχο την εξαπάτηση και όπου οι δολοπλοκίες ανατρέπονται διαρκώς, με σκηνές φτιαγμένες για να μπερδέψουν το θεατή (όπως εκείνες με τον Μπιλ να εμφανίζεται ενδιάμεσα με ματωμένο πρόσωπο που, πριν από το φινάλε, δεν γνωρίζουμε τι του συνέβη). Χωρίς να έχει τη τελειότητα κατοπινών ταινιών του Νόλαν, η ταινία προσφέρει και μυστήριο και αρκετό σασπένς και συνεχείς ανατροπές και με ένα πολύ καλό, αν και άγνωστο καστ.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
