ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗ, Η - Παναγιώτης Λιάκος

Ο Κινηματογράφος της Σαγήνης και της Απόλαυσης

Ο Φεντερίκο Φελίνι ισχυρίζονταν πως μια καλή ταινία είναι σαν ένα όνειρο που δεν είσαι ποτέ απολύτως βέβαιως ότι είδες. Παρακολουθώντας την τελευταία ταινία του Νίκολας Βίντινγκ Ρεφν, Η Δική της Κόλαση (2026), μπορούμε να ισχυριστούμε ακριβώς το ίδιο και για τους κινηματογραφικούς εφιάλτες.

Η νέον αισθητική του Δανού δημιουργού συναντάει το παράλογο ενός λυντσικού εφιάλτη, ενώ παρά τα προσωπικά στοιχεία που την καθιστούν δυσπρόσιτη, ένας αφοσιωμένος θεατής θα παρατηρήσει τις (έστω αμυδρές) αριστοτελικές μεταβάσεις της ηρωίδας, από τον ομιχλώδη πρόλογο, στο σκοτεινά παραμυθένιο φινάλε του έργου.

Σε μια ακαθόριστη, στουντιακή δυστοπία, που ακροβατεί ανάμεσα στο Scarlet Street (Η Σκύλα, 1945) του Φριτς Λανγκ και το Blade Runner (1982) του Ρίντλεϊ Σκοτ, καταφτάνει η Ελ (με τη μορφή της Σόφι Θάτσερ), αναμένοντας τα γυρίσματα μιας καινούριας ταινίας αλλά παράλληλα αναζητώντας την πραγματική ταυτότητα του πατέρα της, Τζόνι Θάντερς-ενορχηστρωτή ενός σύμπαντος που κινείται στα όρια της διαστροφής. Παράλληλα, ο στρατιώτης Κ, προσπαθώντας να ξεφύγει από τα δεσμά του στρατιωτικού ελέγχου και κάποτε της Γιάκουζα, προσπαθεί να εντοπίσει την απαχθείσα κόρη του. Οι δυο παράλληλες πλοκές, ενώνονται με τον "μυθικό" Leather Man...που φαίνεται ότι έρχεται και φεύγει με την ομίχλη.

Εάν θεωρείτε ότι θα παρακολουθήσετε ένα κλασικότροπο θρίλερ, ξεχάστε το. Ο Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν, ερχόμενος από μια μεγάλη περιπέτεια που παραλίγο να του στοιχίσει τη ζωή, φαίνεται να ενισχύει το ενδοσκοπικό στοιχείο περισσότερο από κάθε προηγούμενο φιλμ του, με εικόνες που πυροδοτούν ερωτήματα σχετικά με τις έννοιες της πατρότητας, της βίαιης επιβολής (τόσο από άνθρωπο σε άνθρωπο, όσο και από έθνος σε έθνος), και κυρίως ως προς το πώς η πατριαρχία δηλητηριάζει δομές και διαπροσωπικές σχέσεις.

Στην αρχή ένιωσα πως μια τέτοια ταινία θα άξιζε μιας φροϋδικής προσέγγισης, όμως θεωρώ ότι τελικά κατά αυτόν τον τρόπο θα έχανε σε πολλά από το συνειρμικό του ονείρου, τις κρυμμένες σινεφίλ αναφορές (από την Divine, μέχρι το Star Trek και τις ιαπωνικές ταινίες της δεκαετίας του 1970) και έτσι το μόνο που χρειάζεται-πέραν της περιγραφής του πλαισίου- είναι η ενθάρρυνση να παρασυρθείς σε αυτόν τον κόσμο. Έναν κόσμο που όσο σαγηνεύει, άλλο τόσο τρομάζει. Που όσο ανοίγει πόρτες με μαγικά αντικείμενα (το τσεκούρι μια υπενθύμιση περί όσων ανέφερα στην αρχή για την εξέλιξη της ηρωίδας), άλλο τόσο σου αποκλείει την πλήρη πρόσβαση στον πυρήνα της.

Για όλη ετούτη την παράλληλη λειτουργία της απώθησης με τη σαγήνη, θεωρώ ότι χρειάζεται να σταθούμε στην συνεργασία ανάμεσα στο διευθυντή φωτογραφίας Magnus Nordenhof Jønck

και τους σκηνογράφους Gitte Malling και Thomas Karlsen. Κινούμενοι στα οικεία για το θεατή μοτίβα ειδών όπως το φιλμ νουάρ και η επιστημονική φαντασία, αφήνουν παράλληλα τις ρωγμές μέσα από τις οποίες θα αναδειχθούν η "υπογραφή" του Ρεφν και οι ερμηνείες των Θάτσερ, Χαβάνα Ρόουζ Λιου, Τσαρλς Μέλτον και Ντάγκρεϊ Σκοτ.

Παρότι στο έργο του Ρεφν διακρίνεται σταθερά η ροπή προς το ακραίο στυλιζάρισμα, εδώ προκάλεσε θετική εντύπωση η δουλειά στο ζεύγος Θάτσερ και Λιου (νεαρή γυναίκα-μητριά) ως προς το πόσο ανεπαίσθητα δουλεύτηκε το στοιχείο της τοξικής σχέσης τους ως απόρροια της πατριαρχίας. Την ίδια στιγμή, η εξαίρετη μουσική του Pino Donaggio (που θυμίζει το κλασικό μελόδραμα του Χόλιγουντ της δεκαετίας του 1950) λειτουργεί ως μεταβιβαστής αισθημάτων, όπου πλέον το αδιέξοδο του εφιάλτη έχει αρχίσει να κυκλώνει το θεατή.

Εάν έχετε καιρό να δείτε, ή να θυμηθείτε τα όνειρά σας, το Η Δική της Κόλαση θα σας φέρει πιθανότατα στα ίσα σας. Εισέρχεστε με δική μου παρότρυνση και δική σας ευθύνη.

Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή

Smart Search Module