ΔΙΚΗ ΤΗΣ ΚΟΛΑΣΗ, Η - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Ελάχιστη – αν όχι καμία – ουσία βρίσκει κανείς στο άδειο, επιδεικτικό στυλιζάρισμα της τελευταίας δημιουργίας του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν που γυρίστηκε ύστερα από δέκα χρόνια σιωπής του Δανού σκηνοθέτη ταινιών όπως οι «Drive» και «Μόνο ο Θεός συγχωρεί». Σύμφωνα με τον ίδιο τον Ρεφν η ταινία γεννήθηκε όταν ο ίδιος «σχεδόν πέθανα και ήρθα ξανά στη ζωή» και με αυτή τη νέα ματιά στη ζωή, θέλησε «να μπλέξω τον τρόπο που σκέφτομαι με τον τρόπο που βιώνω τη δημιουργικότητα». Αυτά ακούγονται πολύ καλά ως προθέσεις, όμως στην οθόνη το κουραστικό αποτέλεσμα σε αφήνει γεμάτο απορίες να ξύνεις το κεφάλι σου. Αν κάτι κάπως σώζει αυτή την ταινία αυτό είναι η αισθητική της: βυθισμένη μέσα σε ένα neon φωτισμό όπου τα χρώματα κυριαρχούν με έναν μεθυστικό τρόπο (μπλε, ροζ, πορτοκαλί), η ταινία είναι μοιρασμένη σε δύο (άχρονους) χρόνους και προσπαθεί να αφηγηθεί δύο (στην κυριολεξία) εφιάλτες: στην πρώτη ιστορία, μια νεαρή ανερχόμενη σταρ (Σόφι Θάτσερ) νιώθει να καταρρέει από το βάρος της προδοσίας του πατέρα της (Ντάγκρεϊ Σκοτ) που πρόκειται να παντρευτεί την πρώην φίλη της (Αβάνα Ρόουζ Λιου). Στη δεύτερη, ένας Αμερικανός στρατιώτης (Τσαρλς Μέλτον) αναζητεί την κόρη του πεπεισμένος ότι βρίσκεται παγιδευμένη στην κόλαση. Στη δεύτερη ιστορία τα ξεσπάσματα βίας είναι τόσο άκαιρα και ακραία, που δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις ή να τρομάξεις. Στην πρώτη ιστορία, οι γυναικείοι χαρακτήρες περιφέρονται δείχνοντας τα κάλλη τους και λένε αρλούμπες. Προσωπικά δεν βρήκα κανένα νόημα στο να παρακολουθήσω ούτε την μία, ούτε την άλλη.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module