Η οκτάχρονη Άνα (Άνα Τόρεντ) ζει στη Μαδρίτη με τις δύο αδελφές της, διακατεχόμενη από μια αστείρευτη δίψα για ό,τι συμβαίνει στον κόσμο. Καθώς έχασε τη μητέρα της (Τζεραλντίν Τσάπλιν) από έναν οδυνηρό θάνατο λόγω καρκίνου, η Άνα κατηγορεί τον στρατιωτικό πατέρα της για την τραγική κατάληξη· την ίδια στιγμή, όμως, υποφέρει από ενοχές για τη δική της υποτιθέμενη συμβολή σε αυτόν. Όταν πεθαίνει και ο πατέρας της, η ανατροφή της περνά στην αυταρχική θεία της.
Η διπλή παρουσία της εξαιρετικής Τσάπλιν ως μάνας αλλά και ως ενήλικης πλέον Άνα είναι ιδιαίτερα επιτυχημένη, ειδικά αν αναλογιστούμε ότι ο Σάουρα (όπως και ο συμπατριώτης του Ερίθε στο «Πνεύμα του Μελισσιού» τρία χρόνια νωρίτερα) υιοθετεί τη σκοπιά του παιδιού, υπογραμμισμένη με έμφαση από το εναρκτήριο ζενερίκ. Παρεμπιπτόντως, η ερμηνεία της μικρής Άνα Τόρεντ συγκαταλέγεται δικαιωματικά στις κορυφαίες παιδικές ερμηνείες στην ιστορία του κινηματογράφου, ειδικά αν σκεφτούμε ότι ο Σάουρα σε καμία περίπτωση δεν εξιδανικεύει την παιδική ηλικία.
Υπάρχει μια αφοπλιστική απλότητα στον τρόπο με τον οποίο ο Σάουρα κατασκευάζει αυτή την πολιτική αλληγορία, σφυρηλατώντας τον παραλληλισμό ανάμεσα στο σπίτι και τις αυταρχικές πολιτικές δομές, με προφανή στόχο το καθεστώς του Φράνκο. Ωστόσο, κρατά το στρατιωτικό καθεστώς στο παρασκήνιο της αφήγησης και αναπροσαρμόζει το (υπαρξιακό και πολιτικό) δίπολο ζωής-θανάτου στο εσωτερικό ενός νοσηρού οικιακού πλαισίου. Ανάμεσα στις ευαίσθητες στιγμές με τα παιδιά, ο Σάουρα εισάγει σημειολογικές πινελιές στα πλάνα του, οι οποίες τροφοδοτούν τη δράση με ένα εντελώς νέο νόημα. Αν και το ψυχόδραμα γίνεται ενίοτε κοπιαστικό για τον θεατή —καθώς εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια του κοριτσιού— η αίσθηση ελπίδας που αναδύεται από το τραγούδι της τελικής σκηνής και η ανάμνηση της μητέρας προσφέρουν μια διέξοδο· μια δυναμική που θα έπρεπε, ενδεχομένως, να είχε επηρεάσει τις μάλλον αποπολιτικοποιημένες περιπλανήσεις του ελληνικού Weird Wave γύρω από τις δυσλειτουργικές οικογένειες.
Σπύρος Γάγγας
