Αν μετά την Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν η συζήτηση εξακολουθεί να περιστρέφεται γύρω από το χρώμα του δέρματος της Ελένης, την εθνικότητα των ηθοποιών ή τις ισορροπίες του καστ, τότε μάλλον κοιτάξαμε επίμονα το περίβλημα και αφήσαμε να μας διαφύγει ο πυρήνας του έργου. Είναι αλήθεια πως ο δημόσιος διάλογος είχε στραφεί προς αυτά τα ζητήματα ήδη από τους πρώτους μήνες της παραγωγής και οι απορίες αυτές είναι εύλογες για μια κινηματογραφική μεταφορά τέτοιου μεγέθους. Υπάρχουν όμως στιγμές που η επιμονή στη λεπτομέρεια επισκιάζει το ουσιώδες: γιατί ένα κείμενο που γεννήθηκε πριν από περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια εξακολουθεί να γεννά νέες αναγνώσεις και να ωθεί κάθε εποχή να αφηγηθεί ξανά την ίδια ιστορία;
Η απάντηση ίσως βρίσκεται στην ίδια τη φύση του έργου. Δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα αν υπήρξε ένας ιστορικός Όμηρος ούτε αν η Οδύσσεια γεννήθηκε από μία μόνο δημιουργική φωνή. Το πιθανότερο είναι ότι το έπος διαμορφώθηκε μέσα από μια μακρά προφορική παράδοση, μεταφέροντας από γενιά σε γενιά έναν μύθο που άλλαζε χωρίς να χάνει την ταυτότητά του. Ίσως λοιπόν η μεγαλύτερη δύναμή του να βρίσκεται ακριβώς εκεί: στην ικανότητά του να υποδέχεται διαρκώς νέες αναγνώσεις. Με την Οδύσσειά του, ο Κρίστοφερ Νόλαν γίνεται ένας ακόμη αφηγητής ενός μύθου που συνεχίζει να εξελίσσεται εδώ και τρεις χιλιάδες χρόνια.
Η ίδια λογική ισχύει και για την Ελένη. Η ιστορική της μορφή έχει από καιρό υποχωρήσει μπροστά στη δύναμη του συμβόλου. Η Ελένη εκπροσωπεί την ομορφιά που γεννά την επιθυμία, την αφορμή που κινητοποιεί λαούς, την εικόνα πάνω στην οποία κάθε εποχή προβάλλει τις δικές της αντιλήψεις. Γι' αυτό και η συζήτηση για το χρώμα του δέρματος ή τα χαρακτηριστικά της μοιάζει σχεδόν ευτελιστική μπροστά στο βάθος του συμβόλου που εκπροσωπεί.
Αν όμως η Ελένη λειτουργεί κυρίως ως σύμβολο, ο Νόλαν αναζητά στον Οδυσσέα τον άνθρωπο. Ο πολυμήχανος βασιλιάς της Ιθάκης παραμένει παρών, όμως η ταινία ακολουθεί κυρίως εκείνον που επιστρέφει από τον πόλεμο κουβαλώντας όσα άφησε πίσω του και όσα δεν πρόκειται ποτέ να εγκαταλείψει. Η επιστροφή παύει να αποτελεί απλώς την ολοκλήρωση ενός ταξιδιού. Γίνεται μια επίπονη αναμέτρηση με την ενοχή, τη μνήμη, την απώλεια και την ευθύνη των αποφάσεων που ο ίδιος πήρε για τους συντρόφους του. Καμία νίκη δεν μπορεί να ακυρώσει το τίμημα αυτών των επιλογών. Έτσι, ο δρόμος προς την Ιθάκη αποδεικνύεται πολύ πιο δύσκολος από τον δρόμο προς την Τροία, αφού ο ήρωας καλείται να λογοδοτήσει πρώτα στη συνείδησή του και ύστερα στην Ιστορία.
Η προσέγγιση αυτή διαπερνά συνολικά τη σκηνοθεσία. Ο Νόλαν αντιμετωπίζει τον ομηρικό μύθο με εμφανή σεβασμό, αναδιατάσσοντας γεγονότα, συμπτύσσοντας επεισόδια και μεταφέροντας το κέντρο βάρους εκεί όπου θεωρεί ότι βρίσκεται ο σημερινός πυρήνας της ιστορίας. Η ταινία επιδιώκει να αφηγηθεί εκ νέου την Οδύσσεια με τους όρους του σύγχρονου κινηματογράφου, διατηρώντας ζωντανή τη βαθύτερη ουσία του μύθου.
Η κινηματογραφική γλώσσα αποτελεί ίσως το πιο ισχυρό πλεονέκτημα της ταινίας. Ο Νόλαν ανασυνθέτει έναν κόσμο όπου οι αποστάσεις είναι αχανείς, η θάλασσα παραμένει απρόβλεπτη και κάθε αναχώρηση εμπεριέχει το ενδεχόμενο να μην υπάρξει ποτέ επιστροφή. Γι’ αυτό η Ιθάκη παύει να αποτελεί απλώς έναν τόπο και μετατρέπεται σε έναν στόχο που ελάχιστοι θα κατάφερναν να φτάσουν. Η αίσθηση αυτή διαπερνά ολόκληρη την αφήγηση και αποτυπώνεται τόσο στις σκηνές δράσης όσο και στις πιο ήσυχες στιγμές της.
Οι συγκρούσεις σώμα με σώμα διατηρούν τη σκληρότητα και τη φυσικότητά τους, ενώ ο ηχητικός σχεδιασμός μετατρέπει κάθε ήχο σε οργανικό μέρος της αφήγησης. Το βήμα πάνω στο χώμα, το χτύπημα του μετάλλου, το κύμα που σκάει στην πλώρη ή το τρίξιμο του ξύλου αποκτούν τη δική τους δραματουργική αξία και ενισχύουν την αίσθηση ενός κόσμου που υπάρχει ανεξάρτητα από την κάμερα. Την ίδια λογική ακολουθεί και η μουσική του Λούντβιχ Γιόρανσον. Αποφεύγει τις εύκολες συναισθηματικές κορυφώσεις και αφήνει τους φυσικούς ήχους να μεταφέρουν όσα οι εικόνες επιλέγουν να μην εκφράσουν με λόγια. Όταν όμως η αφήγηση το απαιτεί, επεμβαίνει με απόλυτη ακρίβεια. Άλλοτε με την ένταση των κρουστών και άλλοτε με τη χροιά των πνευστών, συνοδεύει τις δραματικές κορυφώσεις χωρίς ποτέ να επιχειρεί να τις υποκαταστήσει.
Η σκηνοθετική προσέγγιση του Νόλαν αποτυπώνεται εξίσου καθαρά και στις επιμέρους αφηγηματικές επιλογές. Οι σκηνές με τον Πολύφημο και τη Σκύλλα με τη Χάρυβδη αγγίζουν τα όρια του θρίλερ, αφού ο κίνδυνος γεννιέται περισσότερο από το άγνωστο παρά από την ίδια τη βία. Η Καλυψώ, την οποία υποδύεται η Σαρλίζ Θερόν, αποκτά έναν ιδιαίτερο δραματουργικό ρόλο, καθώς συμβολίζει τον πειρασμό της παραίτησης από την επιστροφή και την υπόσχεση μιας ασφαλούς ζωής, βυθισμένης στη λήθη, έξω από τον χρόνο και μακριά από κάθε ευθύνη. Η συμβολή του Γιάννη Κοκκιασμένου στη γλωσσική προσέγγιση της ταινίας φανερώνει την πρόθεση της παραγωγής να προσεγγίσει με μεγαλύτερη αυθεντικότητα τον προφορικό λόγο. Η πρόθεση αυτή, ωστόσο, εξαντλείται περισσότερο σε μια συμβολική κίνηση, αφού μια ευρύτερη συμμετοχή Ελλήνων ηθοποιών θα μπορούσε να αναδείξει ακόμη περισσότερο αυτή την προσπάθεια. Η γλώσσα, άλλωστε, μεταφέρει κάτι περισσότερο από τη σωστή προφορά: μεταφέρει τον ρυθμό, τη μουσικότητα και την πολιτισμική της κληρονομιά.
Πέρα όμως από τις επιμέρους επιλογές της παραγωγής, η Οδύσσεια του Κρίστοφερ Νόλαν επαναφέρει στο προσκήνιο τον άνθρωπο που επιστρέφει από τον πόλεμο. Έναν άνθρωπο που κουβαλά μαζί του την ενοχή, τις απώλειες και την ευθύνη των επιλογών του πολύ μετά τη σιωπή των όπλων.Γιατί μπορεί οι μάχες τελειώνουν με τη σιωπή των όπλων, οι πραγματικοί πόλεμοι, όμως, τελειώνουν μόνο όταν σωπαίνει η συνείδηση εκείνων που επέστρεψαν από αυτούς.
Κώστας Κωνσταντινίδης
