Η νόστος, η τιμή, η προδοσία, οι νόμοι της φιλοξενίας είναι μερικά από τα θέματα της επικών διαστάσεων «Οδύσσειας», τελευταίο μεγαλούργημα του Κρίστοφερ Νόλαν, που εντυπωσιάζει με τη φαντασία και το εύρος του.
Δεν είναι η πρώτη φορά που οι περιπέτειες του Οδυσσέα απασχολούν τον κινηματογράφο. Από την εποχή του βωβού, και συγκεκριμένα το 1911, όταν μια ιταλικής παραγωγής ταινία προσπαθούσε, μέσα από τα 45 διάρκειας λεπτά της, να δώσει τις περιπέτειες του Οδυσσέα, κάπως κουραστικά, σύμφωνα με όσους έγραψαν γι’ αυτήν (εκτός, όπως σημειώνουν, τη σκηνή της σύγκρουσης του Οδυσσέα με τον Κύκλωπα Πολύφημο), η ιστορία απασχόλησε τον παγκόσμιο κινηματογράφο τόσο μέσα από ακριβές παραγωγές («Οδύσσεια» 1954, «Τροία», 2004), όσο και μέσα από πολλές τηλεοπτικές μίνι-σειρές, χωρίς να ξεχνάμε άλλες (συχνά σημαντικές) σύγχρονες ταινίες που εξακολουθούν να εμπνέονται από αυτήν (από το «Αποκάλυψη, τώρα» μέχρι τον Batman και τη «Matrix Trilogy»).
Ήταν επόμενο ένας σκηνοθέτης άρτια τεχνικά και συχνά εμπνευσμένων, υπερπαραγωγών («Οπενχάιμερ», «Interstellar»), όπως ο Κρίστοφερ Νόλαν να στραφεί στην «Οδύσσεια» για να μας δώσει τη δική του ερμηνεία. Το ξεκίνημα, με τον ραψωδό που παρουσιάζει στο κοινό κάποιας περασμένης, μετά Χριστόν, εποχής, έστω και αν αυτός είναι αφρικανικής καταγωγής (το woke φαίνεται να κυριαρχεί στα φυλετικά θέματα για τον σκηνοθέτη), μας προετοιμάζει για μια πιο πιστή παρουσίαση του ομηρικού έπους – a man, a face, a fleet, επαναλαμβάνει κάθε τόσο ραψωδός του, με την κάμερα να ψάχνει ερευνητικά και με υπομονή τον άνθρωπο, το πρόσωπο και τον στόλο.
Ο Νόλαν όμως επέλεξε να στραφεί σε μια δική του, ελεύθερη, μη γραμμική, αφήγηση, που άλλοτε ακολουθεί πιστά, μετά το τέλος του Τρωϊκού πολέμου, το περιπετειώδες, δεκάχρονο ταξίδι του Οδυσσέα προς την Ιθακη, παράλληλα με την περιπέτεια της πιστής γυναίκας του, Πηνελόπης (μια καλή Αν Χάθαγουεϊ να τονίζει την ηρωική πλευρά της εγκαταλελειμμένης, αναγκασμένης να υπερασπίζεται καθημερινά τον εαυτό της, γυναίκας), που υφαίνει και ξεϋφένει το ίδιο ύφασμα στην προσπάθεια της να ξεφύγει από τους επίμονους και επικίνδυνους μνηστήρες που εκμεταλλεύονται τη φιλοξενία της για να πάρουν το θρόνο. Με μόνο τον γιο του Τηλέμαχο (δυστυχώς πολύ ουδέτερη η ερμηνεία του Τομ Χόλαντ), τον πιστό χοιροβοσκό του, Εύμαιο (πολύ πειστικός στο ρόλο ο Τζον Λεγκουιζάμο) και μερικούς πιστούς υπηρέτες, τελικά να τον βοηθούν, με τον Νόλαν να προσθέτει ενδιάμεσα στοιχεία, είτε εντελώς δικά του, όπως στο φινάλε, είτε από την «Ιλιάδα» και την «Αινειάδα», όπως στις σκηνές με τον Δούρειο Ίππο ή εκείνες της σφαγής που ακολουθεί όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοι του βγαίνουν από το πελώριο ξύλινο άλογο – ανάμεσα στις πιο εντυπωσιακές σκηνές είναι κι εκείνη με τον Δούρειο Ίππο μισοθαμμένο στην ακρογιαλιά και που αρχίζουν να σέρνουν εκατοντάδες Τρώες που το δέχονται ως δώρο.
Υπάρχουν ενδιάμεσα επεισόδια όχι τόσο ελκυστικά δοσμένα, όπως εκείνο με την Καλυψώ που προσπαθεί να βοηθήσει τον επηρεασμένο από τους λωτούς αμνησιακό Οδυσσέα να θυμηθεί το παρελθόν του και την ανάγκη επιστροφής στην Ιθάκη, όπως και με την Πηνελόπη, με συζητήσεις κουραστικές στις οποίες προσπαθούν να βοηθήσουν οι ερμηνείες του Ντέιμον και της Σαρλίν Θίρον. Σ’ αυτές, συμβάλλουν και οι σκηνές των διαλόγων ανάμεσα στα πρόσωπα που συχνά δεν έχουν τη δύναμη ή την πρωτοτυπία που θα περίμενε κανείς (συχνά με ένα πολύ σύγχρονο διάλογο, σε σημείο που ο Τηλέμαχος να φωνάζει τον πατέρα του, «dad» και τη μητέρα του, «mum»), ενώ άλλες σκηνές και πρόσωπα περνούν κάπως βιαστικά, όπως εκείνες του Οδυσσέα με την Αθηνά (Ζεντάγια), ή εκείνες με τον βασιλιά Μενέλαο (Τζον Μπέρντάλ), την Ελένη και την αδελφή της Κλυταιμνήστρα, που τις ερμηνεύει η Λουπίτα Νιόνγκο (ακόμη ένα δείγμα του woke), όταν ο Τηλέμαχος επισκέπτεται την Σπάρτη.
Η μεγάλη επιτυχία του Νόλαν είναι πως στη σχεδόν τρίωρης διάρκειας ταινία του, ξέρει να στήνει με δεξιοτεχνία και ευρηματικότητα, τη φορά αυτή μάλιστα με IMAX και φιλμ των 70 m.m., τολμηρές, συχνά πρωτότυπες, σκηνές δράσης, με το πραγματικό να δένει άνετα με το φανταστικό (στοιχείο βασικό και στο υπόλοιπο έργο του) που όχι απλά σε ταρακουνάνε, αλλά και δημιουργούν το κατάλληλο σασπένς, ακόμη κι όταν γνωρίζουμε από πριν το αποτέλεσμα. Αναφέρω χαρακτηριστικά τις σκηνές του Οδυσσέα (με ένα Μαρκ Ντέιμον να τονίζει την κούραση και τη θλίψη του μεσήλικα πια ήρωα) και των συντρόφων του ενώ προσπαθούν να περάσουν μέσα από τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη ή τις σκηνές με τον Μονόφθαλμο Πολύφημο (τα πλάνα στη σπηλιά του με τα σκοτεινά χρώματα, που τόσο έντονα και με έμπνευση καταγράφει η φωτογραφία του Χόιτε βαν Χόιτεμα) να επιτίθεται και να τρώει τους συντρόφους του Οδυσσέα, ή αργότερα, όταν πια ο τυφλωμένος Πολύφημος προσπαθεί να τους ξεχωρίσει ενώ δραπετεύουν κρυμμένοι ανάμεσα στα πρόβατα του, μέχρι τις σκηνές με την πονηρή Κίρκη (μια πολύ καλή Σαμάνθα Μόρτον), να μετατρέπει τους συντρόφους του σε γουρούνια – εξαίρετες, που αγγίζουν το body horror, οι σκηνές που αυτοί ήδη μοιάζουν με γουρούνια με τον τρόπο που πεινασμένοι τρώνε το μαγικό φαγητό που τους προσφέρει, καθώς και αργότερα ο τρόπος με τον οποίο τελικά αυτή, σαν γλύπτης που σμιλεύει το υλικό του με τα χέρια, τους μετατρέπει, αργά και με μανία, σε γουρούνια.
Σκηνές εντυπωσιακές, μεγαλειώδεις, στημένες και μονταρισμένες στην εντέλεια, με γρήγορο, συναρπαστικό ρυθμό, όπως και εκείνες στη χώρα των νεκρών, με τους νεκρούς του πολέμου της Τροίας και με τον τυφλό Τειρεσία να προλέγει στον Οδυσσέα το μέλλον του, προετοιμάζοντας τον για τα επερχόμενα, όταν οι σύντροφοι του θα παραβούν τις προειδοποιήσεις του και αρχίζουν να τρώνε τα ιερά βόδια του θεού Ήλιου, με την τιμωρία που ακολουθεί, ως τις τελευταίες, πιο βίαιες, πιο κοντά σ’ αυτές των super heroes, σκηνές με τον Οδυσσέα να εκδικείται τους μνηστήρες, μαζί και τον δειλό Αντίνοο (από τις πολύ καλές ερμηνείες, αυτή του Ρόμπερτ Πάτισον). Πέρα όμως από τους θανάτους, την εκδίκηση και τις προσωπικές, ναρκισσιστικές φιλοδοξίες των βασιλίαδων και την υβρη που οδήγησε τον Οδυσσέα στον ατελείωτο αυτό, βασανιστικό Γολγοθά, υπονοείται και η μετάβαση σε μιαν άλλη πιο ανθρώπινη εποχή, μετάβαση που προαναγγέλλεται με το ταξίδι του Οδυσσέα και της οικογένειας του στο νησί όπου όχι μόνο θα τιμήσουν τους χιλιάδες νεκρούς αλλά και θα βρουν την ποθητή γαλήνη και λύτρωση.
Νίνος Φένεκ Μικελίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα enetpress.gr
