ΟΔΥΣΣΕΙΑ - Γιάννης Ζουμπουλάκης

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτή η ταινία θα προκαλέσει ενστάσεις και αντιδράσεις σε αρκετό κόσμο. Ομως οι λόγοι για τους οποίους θα γίνει κάτι τέτοιο (αν γίνει) δεν θα έχουν καμία σχέση με το κινηματογραφικό «σώμα» της, που όχι απλώς είναι άρτιο, αλλά κλείνει δια παντός ότι έχει σχέση με την «Οδύσσεια» ως οπτικοακουστικό θέαμα.

Μετά από αυτήν την ταινία δεν χρειάζεται να ξαναγυριστεί ούτε καρέ για το ομηρικό έπος.

Εξαιρετικά προσεγμένη, τρομερά φιλόδοξη, πληθωρική μέχρι εκεί που δεν πάει αλλά και με την στήριξη ενός εκπληκτικού σεναρίου (του ίδιου του Νόλαν), αυτή η παραγωγή αντιμετωπίζει με τον πρέποντα σεβασμό το πρωτότυπο κείμενο του Ομήρου, παρότι κάνει τις δικές της παρεμβάσεις – αλλαγές.

Και αυτό το βρίσκω φυσικό αφού μιλάμε για κινηματογράφο. Γιατί στον κινηματογράφο οι συνθήκες δημιουργίας, όπως και οι συμβάσεις που πρέπει να γίνουν δεν έχουν σχέση με της λογοτεχνίας – και καλό θα ήταν να το γνωρίζουν αυτό όσοι παρακολουθούν κινηματογράφο και διαβάζουν λογοτεχνία.

Για να μην μπω στο θέμα της απόλυτης σπατάλης μελανιού, ψηφιακών κειμένων και φαιάς ουσίας περί σκούρου χρώματος της Ωραίας Ελένης (Λουπίτα Νιόνγκο).

Όλα αυτά αποδείχθηκαν μπούρδες – κυριολεκτικά μια …τρύπα στο νερό.

Από την αρχή ανήκα σε εκείνους που προτιμούσαν να μην πουν κουβέντα χωρίς πρώτα να δουν την ταινία – δηλαδή το αυτονόητο (γιατί εκεί έχουμε φτάσει). Πόσο μάλλον να την απορρίψω όπως με μια απίστευτη ευκολία και προχειρότητα έκαναν τόσοι και τόσοι.

Ε λοιπόν αν θέλουμε να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, όλος αυτός ο θόρυβος που προηγήθηκε έγινε απλώς για να… γίνει. Γιατί όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, πρέπει ντε και καλά να γίνεται πάντα θόρυβος άπαξ και ένα κινηματογραφικό θέμα αφορά την Ελλαδίτσα μας.

Η κατάμαυρη (και μάλιστα παραμορφωμένη στο πρόσωπο) Ωραία Ελένη της Νιόνγκο ουδόλως προσβάλλει το έργο – και αφήνω στην άκρη τον Ομηρο. Όλα τα «επιχειρήματα» των προφητών του γλυκού νερού, καταλήγουν εις τον κάλαθο των αχρήστων!

Γιατί η Ωραία Ελένη εμφανίζεται τόσο στιγμιαία στην ταινία, που σχεδόν δεν θυμάσαι ότι υπάρχει! Είναι τόσο σύντομη η παρουσία της που κυριολεκτικά την ξεχνάς. Πέρα από το ότι δεν είναι η μόνη μελαμψή χαρακτήρας στην κινηματογραφική «Οδύσσεια».

Προσωπικά, αυτή την «μαύρη πινελίά» του Νόλαν, όχι μόνο δεν την βρήκα ενοχλητική αλλά και πολύ ενδιαφέρουσα! Όπως καλά γνωρίζουμε η Ωραία Ελένη δεν προσδιορίζεται εμφανισιακά στο κείμενο του Ομήρου. Ο ποιητής αφήνει την «αποκρυστάλλωση» της μορφής της Ελένης στην φαντασία του αναγνώστη.

Επομένως ο Νόλαν που έκανε ο ίδιος την σεναριακή διασκευή της «Οδύσσειας» για την ταινία του, την έβαλε όπως την φαντάστηκε. Και την φαντάστηκε μαύρη. Και καλά έκανε. Ακόμα και αν άλλοι λόγοι συνέβαλλαν στο να πάρει αυτή την απόφαση, με γειά του και με χαρά του. Μια χαρά τα κατάφερε. Το μαύρο λειτουργεί άψογα.

Για να πάμε όμως τώρα και στην στην ουσία της ταινίας.

  • Μέσα στην Οδύσσεια του Νόλαν: 20 απίστευτες ιστορίες για την υπερπαραγωγή της χρονιάς

Πρώτον και κύριον: ουδόλως δεν θα την βρούμε στο ηρωικό πνεύμα του Οδυσσέα (Ματ Ντέιμον).

Θα την βρούμε όμως στην χαμένη ταυτότητά του.

Γιατί αυτός ο ικανότατος και πολυμήχανος άνθρωπος, ο λιγομίλητος Βασιλιάς της Ιθάκης του οποίου το μυαλό δουλεύει διαρκώς σαν καλοκουρδισμένη μηχανή, δεν «πατά» με σταθερότητα στη γη μετά τον βάρβαρο πόλεμο της Τροίας.

Και ο λόγος, βεβαίως, είναι ο ίδιος ο πόλεμος, η έκβαση του οποίου ήταν δική του ευθύνη με την ιδέα του Δούρειου Ιππου που είχε ως αποτέλεσμα τον αφανισμό ενός ολόκληρου έθνους.

Οι πολεμικές σκηνές εντός Τροίας είναι αποκρουστικές σε σημείο σοκαριστικό και σε αυτές δεν θα βρεις απολύτως τίποτα το ηρωικό.

Οι σφαγές και οι στυγνές δολοφονίες γυναικόπαιδων δεν είναι ηρωισμός.

Οι Ελληνες δεν ήταν ήρωες, λέει η ταινία. Βάρβαροι ήταν.

Για την ακρίβεια, σε όλη την ταινία του Νόλαν, δεν θα βρεις τίποτα ηρωικό. Η εικόνα του Ντέιμον /Οδυσσέα προκαλεί κυρίως θλίψη * θλίψη για μια ζωή που πήγε στράφι και εν τέλει χωρίς κανέναν ουσιαστικό λόγο.

Τώρα; Τώρα δεν μένει παρά μια τελευταία ευκαιρία για λίγη χαρά, πίσω στην πατρίδα Ιθάκη, πίσω στην οικογένεια, την σύζυγο Πηνελόπη (Αν Χάθαγουεϊ) και το γιό Τηλέμαχο (Τομ Χόλαντ).

Σε όλη την ταινία το πρόσωπο του Οδυσσέα είναι σκεπτικό, βλοσυρό, συνοφρυωμένο και ταλαιπωρημένο. Μόνον ο νόστος θα χαράξει ένα αμυδρό χαμόγελο σε αυτό το πρόσωπο της κατάθλιψης.

Σε ότι αφορά τις παρεμβάσεις του Νόλαν που επίσης προσθέτουν ενδιαφέρον στο όλο εγχείρημα, πολλές θα τις βρούμε στην ίδια την αφήγηση που κατά κάποιο τρόπο έχει την λογική προηγούμενων ταινιών του Βρετανού σκηνοθέτη όπως ο «Οπενχάιμερ» και η «Δουνκέρκη».

Ας μη ξεχνάμε ότι οι ραψωδίες της «Οδύσσειας» είναι 26, οπότε θα ήταν αδύνατον να υπήρχαν τα πάντα γύρω από αυτές – ακόμα και σε μια ταινία 2 ωρών και 45 λεπτών.

Η γραμμικότητα στην αφήγηση απουσιάζει πλήρως, η ιστορία κυλά διάσπαρτη στον άχρονο χρόνο και εν τέλει όλα καταλήγουν σε ένα συμπαγές σύνολο. Να θυμίσω ότι τα «πηδήματα» στον χρόνο είναι χαρακτηριστικό των περισσότερων ταινιών του Νόλαν (αν υπάρχει ένα πράγμα που ξέρει να χειρίζεται τέλεια αυτός ο σκηνοθέτης, είναι ο χρόνος).

Συνεπώς, την μια στιγμή βρίσκεσαι στην Ιθάκη όπου η Πηνελόπη «παλεύει» με τους υποψήφιους μνηστήρες, τα άθλια αποβράσματα που στοχεύουν στον θρόνο του βασιλιά και την πιέζουν να αποφασίσει και την άλλη στο πεδίο της μάχης στην Τροία.

  • Πώς οι γυναίκες διαμορφώνουν την Οδύσσεια του Ομήρου

Την μια στο νησί της Κίρκης (Σαμάνθα Μόρτον), μετά στην Σκύλλα και την Χάρυβδη. Η εναλλαγή των σκηνών είναι ασύλληπτης έμπνευσης. Αλλοτε νιώθεις ότι παρακολουθείς ταινία – χλαμύδα της Τσινετσιτά στη δεκαετία του 1960 (οι σκηνές με τον Κύκλωπα π.χ.) και άλλοτε ότι παρακολουθείς αρχαία τραγωδία όπου ο λόγος επικρατεί του θεάματος.

Η μίξη λειτουργεί αποτελεσματικά στο όλο εγχείρημα το οποίο με ένα περίεργο τρόπο και σε ότι αφορά τον πόλεμο, απηχεί το σήμερα.

Οσο για τις απώλειες, όπως για παράδειγμα της Ναυσικάς και της νήσου των Φαιάκων είναι φυσικό να υπάρχουν, όπως φυσικό είναι να έχουν γίνει παραλλαγές του μύθου (η κατάβαση του Οδυσσέα στον Αδη παρουσιάζεται αρκετά διαφορετικά σε σχέση με το πως την περιγράφει ο Ομηρος).

Όλα αυτά όμως «δένουν» σε αυτό που η ταινία θέλει να είναι, ένα φιλοσοφικό παραμύθι.

Και αποδεικνύουν, για μια ακόμη φορά ότι ο Κρίστοφερ Νόλαν ήταν, είναι και κατά πάσα πιθανότητα θα παραμείνει ένας από τους τελευταίους, γνήσους auteur του αγγλόφωνου κινηματογράφου – αν όχι του κινηματογράφου γενικότερα

Οι μελετητές της «Οδύσσειας» έχουν κάθε δικαίωμα να πεταλώνουν τον ψύλλο προσπαθώντας να βρουν ατέλειες και «λάθη», όμως η ταινία δεν παύει να υπηρετεί το έπος του Ομήρου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο.

Γι’ αυτό και θα μείνει στην Ιστορία του κινηματογράφου.

Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr

 

Smart Search Module