ΡΟΜΕΡΙΑ - Βασίλης Μάλτας

 

Η αναζήτηση της βιολογικής ταυτότητας ως μέρος της προσωπικής ταυτότητας

Είναι 16 Ιουλίου 2004: η 18χρονη Μαρίνα φτάνει στο Βίγο διαβάζοντας στο ημερολόγιο τής βιολογικής της μητέρας ένα αισιόδοξο απόσπασμα, γραμμένο στις 17 Σεπτέμβρη 1983, για την έναρξη τής κοινής ζωής των βιολογικών της γονιών σ’ αυτήν την πόλη. «Πρώτη μέρα, 16 Ιουλίου 2004. Άραγε θα βρω κάποιο ίχνος από τους βιολογικούς μου γονείς;», αναρωτιέται η Μαρίνα που πρόκειται να γνωρίσει τους συγγενείς της από την πλευρά του βιολογικού της πατέρα, θέλοντας να μάθει για τους γονείς που δεν γνώρισε ποτέ- να συνθέσει νοερά τις προσωπικότητές τους, να συμπληρώσει την προσωπική της ταυτότητα με το ελλείπον μέρος τής βιολογικής της ταυτότητας, να σμιλεύσει την αίσθηση μιας επικοινωνίας μαζί τους. Ενθύμια από εκείνους είναι οι φωτογραφίες, ορισμένα γράμματα και το ημερολόγιο που διαβάζοντάς τα, θαρρείς ότι ακούει τη μητέρα της να της περιγράφει, γνωστοποιεί, εκμυστηρεύεται (πόσο κρίμα που ήδη από το κοντινό μέλλον, δεν θα υπάρχουν πια γραπτές μαρτυρίες για το πέρασμα των ανθρώπων από τη ζωή, για όποιον θα’ θελε να μάθει περισσότερα για το πώς έζησαν, τους καιρούς που έζησαν). Ο πόνος της πρόωρης απώλειάς τους κι ο πόνος της εγκατάλειψης από τον πατέρα: μεγαλωμένη από πολύ μικρή στην Βαρκελώνη με συγγενείς από την πλευρά της βιολογικής μητέρας, η Μαρίνα δεν γνωρίζει γιατί ο πατέρας της δεν ήρθε ποτέ από το Βίγο να την δει.

Αντίθετα με τους συνομήλικους συγγενείς της, η Μαρίνα δεν πίνει, δεν καπνίζει, δεν παίρνει ναρκωτικά, σαν μια μεταβιβασμένη γνώση από τους άγνωστους βιολογικούς της γονείς που πέθαναν νέοι από ηρωίνη: ήταν την εποχή της “La Movida” στην Ισπανία μετά το τέλος της δικτατορίας του Φράνκο (το 1975), ενός ανατρεπτικού, ηδονιστικού κινήματος όπου πολλοί νέοι άνθρωποι εξεγείρονταν με απελευθέρωση της σεξουαλικότητας και χρήση ναρκωτικών, κυρίως ηρωίνη, ενάντια στην καταπιεστική, καθολική, φασιστική διαπαιδαγώγησή τους. «Οι γονείς μου πέθαναν από AIDS όταν ήμουν πολύ μικρή… Στα τέλη της δεκαετίας του 1980, δυστυχώς ήταν συνηθισμένο στην Ισπανία… όλοι γνωρίζουν κάποιον που πέθανε από AIDS ή ηρωίνη… Ήταν θύματα… δεν γνώριζαν τις συνέπειες… Σε πολλές χώρες, το AIDS ήταν πρόβλημα των queer κοινοτήτων. Στην Ισπανία ήταν εγγενώς συνδεδεμένο με την ηρωίνη…», δηλώνει η σκηνοθέτιδα. “Ρομερία” μεταφράζεται ως “προσκύνημα”: το ταξίδι της Μαρίνα έχει επιπλέον μια διάσταση προσκυνήματος για τη γενιά των γονιών της που θέλησε τότε με ορμή να αλλάξει τη βαθιά συντηρητική Ισπανική κοινωνία, αγνοώντας τους θανάσιμους κινδύνους των ναρκωτικών και του AIDS.

Τα μικρά ξαδέρφια στο Βίγο έχουν δασκαλευτεί από τη γιαγιά να μην αγγίζουν την Μαρίνα με την αιτιολογία ότι έχει άρρωστο αίμα- μέσω της αγάπης των παιδιών για τα πρόσωπα αναφοράς τους, οι ενήλικες ενσταλάζουν σ’ αυτά όχι μόνο φόβους τους, επιπλέον προκαταλήψεις και διακρίσεις. Η Μαρίνα ανακαλύπτει ότι ο πατέρας της δεν είναι καταχωρημένος στο ληξιαρχείο κι ότι η ίδια δεν είναι αναγνωρισμένη ως απόγονός του, ότι ως αιτία θανάτου του δηλώνεται η ηπατίτιδα Β αντί του AIDS που προκαλούσε ντροπή στους οικείους των νεκρών- το προσωπικό πένθος μολύνεται από τον φόβο “τι λέει ο κόσμος” καθιστώντας υπεύθυνο τον οικείο νεκρό γι’ αυτό, τον φόβο να υψωθεί το ανάστημα της προσωπικής αλήθειας ενάντια στα κοινωνικά πρότυπα- ανακαλύπτει ότι οι θραυσματικές μαρτυρίες για το παρελθόν αποτελούν κομμάτια κρυμμένων μυστικών, ότι οι εκδοχές των συγγενών διαφέρουν μεταξύ τους, διαφέρουν με το ημερολόγιο και με όσα της έχουν αφηγηθεί στην Βαρκελώνη- η μνήμη δεν ανακαλεί γεγονότα ή λόγια μονάχα, συχνά έχει επιλέξει συγκεκριμένα απ’ αυτά ή τα έχει ανακατασκευάσει εξαρτώμενη από τα συναισθήματα που είχαν βιωθεί κι από το βάρος υποκειμενικών ερμηνειών για τα γεγονότα ή τις προσωπικότητες των νεκρών, συναισθήματα που διαμορφώνονται κι ερμηνείες που παράγονται εντός συγκεκριμένου κοινωνικο-ιστορικού πλαισίου («Η οικογένειά μου δεν μιλούσε για τον εθισμό των γονιών μου και τον θάνατό τους από AIDS γιατί ήταν ταμπού και, με κάποιον τρόπο, μετασχημάτισε τις αναμνήσεις της ώστε να τα αντιμετωπίσουν», δηλώνει η σκηνοθέτιδα). Οικογενειακοί και κοινωνικοί στιγματισμοί ενάντια στο πάθος του έρωτα, στην ελευθερία, στον ηδονισμό και στη μποέμικη ζωή των βιολογικών της γονιών- γνώριμοι στιγματισμοί ενάντια στους ανθρώπους που ζουν αντισυμβατικά κι όχι σαν άνθρωποι από δεύτερο χέρι, κρίνοντας ανθρώπους από τα πάθη τους χωρίς ενδιαφέρον να κατανοηθούν οι προσωπικότητές τους, θεωρώντας τις άγονες συγκινησιακά καθημερινότητες ως σωφροσύνη και ηθικολογώντας ενάντια στη φλέγουσα αλήθεια, και, παράλληλα, γνώριμοι στιγματισμοί των προηγούμενων γενιών για κάθε νεότερη που θέλει να αλλάξει έναν κόσμο κομφορμισμού κρυμμένο κάτω από τον μανδύα της ευπρέπειας (χαρακτηριστικές οι στάσεις απέναντι στην ειλικρινή, θαρραλέα Μαρίνα, της συντηρητικής, αγέλαστης γιαγιάς που παρακολουθεί αφοσιωμένα τους βασιλικούς γάμους στην τηλεόραση και του παππού που τελετουργικά χαρτζηλικώνει τα εγγόνια κατόπιν ερωτήσεών του αν είναι φρόνιμα και υπάκουα παιδιά- με τα εγγόνια ακόμα και μετά την εφηβεία τους να συμμετέχουν.

Νηφάλια σκηνοθεσία που δεν κρίνει, χωρίς συναισθηματικές κορυφώσεις, που, χωρίς να βιάζεται, παρατηρεί βλέμματα, χειρονομίες, σιωπές, συλλαμβάνει “μικρές” οικογενειακές στιγμές- αισθανόμαστε ότι είμαστε κι εμείς μαζί τους εκεί- μεταδίδει την αρχική διστακτικότητα των παιδιών προς την Μαρίνα λόγω της υποτιθέμενης αρρώστειάς της και την ολοένα μικρότερη επιφυλακτικότητά τους σε κάθε απάντησή της (φυσική αντίδραση της παιδικής ψυχοσύνθεσης στην εσωτερίκευση ενήλικων προκαταλήψεων), συλλαμβάνει το αυθόρμητο χάδι ενός μικρού κοριτσιού στη γιαγιά της ενόσω εκείνη συζητά με την Μαρίνα, στέκεται στο απαγορευμένο ζωγράφισμα ενός τοίχου στο σπίτι με κραγιόν από μια μικρή- απαράμιλλη η δουλειά της Σιμόν με παιδιά!- μεταδίδει την πλήξη των νέων με τους μεγάλους κι απομονώνονται για να γελάσουν, να καπνίσουν χασίς. Μια νατουραλιστική σκιαγράφηση χαρακτήρων, που πλατιάζει ορισμένες φορές ωστόσο, ένας ολόκληρος μικρόκοσμος με τους κατοίκους του ζωντανά απεικονισμένους!

Πολύ κοντινές λήψεις, με αιθέριο άγγιγμα, στο όμορφο, νεανικό πρόσωπο της πρωταγωνίστριας Λιούσια Γκαρσία, μας καθιστούν συμμέτοχους στην εσωτερική της διαδρομή μέσα από αμφιβολίες, άγχη, λύπη, έκπληξη, επιμονή, περηφάνεια, συμμέτοχους στη σύνδεση τής προσωπικής της μνήμης με τη συλλογική. Φωτογραφία που εναλλάσσεται ανάμεσα στις θερμότερες συναισθηματικά εικόνες χαμηλότερης ευκρίνειας από την κάμερα της Μαρίνας στο χέρι που καταγράφει τον πραγματικό κόσμο κι αυτόν που δημιουργεί με τη φαντασία της, και στις ψυχρότερες εικόνες υψηλότερης ανάλυσης από τη σκηνοθετική κάμερα που παρατηρεί την Μαρίνα στο οικογενειακό περιβάλλον. Η σκηνοθέτιδα δηλώνει για την “Ρομερία” ότι είναι «μυθοπλασία που συνορεύει με την προσωπική της ζωή», που κορυφώνεται ατμοσφαιρικά στο φαντασιακό, λυτρωτικό μέρος όπου η Μαρίνα, χρησιμοποιώντας υλικό από τη δική της ζωή, την περισσότερο αφιλτράριστη από στερεότυπα ματιά των νέων ανθρώπων και την αίσθησή της τής απεραντοσύνης του χρόνου κάθε νεότητας, δημιουργεί τη δική της ιστορία (όχι τυχαία, η Μαρίνα σπουδάζει κινηματογράφο), ανασταίνοντας τους γονείς της μέσα της, σε μια υπέροχη κινηματογραφική έμπνευση! Μας αγγίζει κι αυτή η ταινία της Κάρλα Σιμόν (σκηνοθέτιδας του εξαιρετικού “Ένα αξέχαστο καλοκαίρι”).

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module