ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΣΜΟΙ - Σπύρος Γάγγας

Το βραδυφλεγές σινεμά του Κρίστιαν Πέτζολντ συνιστά, από μόνο του, τη συνέχεια ενός κινηματογραφικού υποδείγματος που υιοθετεί τον μινιμαλισμό στην αφήγηση και αφήνεται στην φαινομενολογική, τρόπον τινά, ανάδειξη των ανθρώπινων σχέσεων. Κλειδί σε αυτή την προσέγγιση είναι η υποχώρηση στο παρασκήνιο της διεξοδικής ανάλυσης της επιμέρους προσωπικότητας των χαρακτήρων και των κοινωνικών τους ρόλων και, αντ’ αυτού, η προσκηνιακή ενεργοποίηση των σιωπηρών ανταλλαγών βλεμμάτων, χειρονομιών ή ελλειπτικών διατυπώσεων, προκειμένου να σχετισθεί ο θεατής με αυτό που διακυβεύεται σε φαινομενικά τετριμμένες πτυχές της πραγματικότητας.

Διαποτισμένη με αυτή την «μεταφυσική» του σινεμά είναι η πλοκή της ταινίας: Το νεαρό ζευγάρι της Λάουρα και του Γιάκομπ οδηγεί σε ένα επαρχιακό δρόμο, μέσα σε ένα σπορ καμπριολέ, προς τον πλησιέστερο σιδηροδρομικό σταθμό καθότι η Λάουρα (φτασμένη πιανίστρια) αισθάνεται αδιάθετη. Η οδήγηση είναι φορτισμένη με την αγανάκτηση του Γιάκομπ, με αποτέλεσμα ένα θανατηφόρο για αυτόν δυστύχημα λίγα μέτρα μακριά από ένα απομονωμένο σπίτι όπου ζει μια μεσόκοπη γυναίκα (Μπέτυ), με την οποία προϋπήρξε μια φευγαλέα βλεμματική σύνδεση της Λάουρα, αλλά και του Γιάκομπ. Η Μπέτυ περιθάλπει την ελαφρά τραυματισμένη Λάουρα και από αυτό το σημείο ξετυλίγονται οι αντικατοπτρισμοί του τίτλου με υπαινιγμούς (κάποιοι περισσότερο σαφείς νωρίς στην αφήγηση) που καλούν τον θεατή να ανακατασκευάσει τη σχέση των δύο γυναικών, αλλά και αυτή της Λάουρα με τον σύζυγο και γιο της Μπέτυ.

Έχει γραφτεί ότι η ταινία του Πέτζολντ «κλείνει το μάτι» στον Παζολίνι («Θεώρημα») αλλά και στον Λόουζι («Ατύχημα»). Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα αυτών των παραλληλισμών, συγκαταλέγονται από μόνοι τους στις αρετές της, καθώς με αχνό τρόπο υπογραμμίζεται η συνέχεια και μετεξέλιξη επιτευγμάτων των εν λόγω δημιουργών. Σημαντικός παράγοντας εδώ είναι η παρουσία του «ξένου», ο οποίος έρχεται εν είδει «σωσία» να ερεθίσει οικογενειακά τραύματα αλλά και να λειτουργήσει ως ίαμα. Ίαμα, όμως, είναι και η θέση της κάμερας καθώς στο περιορισμένο πλαίσιο όπου εκτυλίσσονται τα γεγονότα ο Πέτζολντ ενορχηστρώνει με μαστοριά πλάνα με σωστό ρυθμό και χρωματική σύνθεση, έτσι ώστε η σιωπή να τοποθετεί κομμάτια στο παζλ παρά να συσκοτίζει τη ματιά του θεατή με πονηριά και να ολισθαίνει σε αφηγηματική αμηχανία.

Σε αυτό το σχεδόν αυτιστικό οικογενειακό σύμπαν σιωπηρής εσωστρέφειας και αποπροσανατολισμού, όπου καιροφυλακτεί η μομφή ενός σινεμά απλής πρόσοψης δίχως το απαιτούμενο ψυχολογικό υπόβαθρο, ο Πέτζολντ ενσταλάζει θύλακες θαλπωρής και κάμψης της καχυποψίας ή της συστολής του λόγου και της συμπεριφοράς, προκειμένου να αναδυθεί η κατάφαση της ζωής —μια αφηγηματική απόφαση που συντελείται με καίριες και άκρως αναζωογονητικές μουσικές παρεμβάσεις. Σε ένα σύγχρονο, μινιμαλιστικό, σινεμά σαν κι αυτό, το οποίο δεν συμβιβάζεται με ξεκάθαρες απαντήσεις, το ρίσκο κάποιας αλλοτρίωσης του θεατή είναι υπαρκτό, αλλά η διύλιση των εκλεπτυσμένων του υφάνσεων τίθεται ως άλλης ερμηνευτικής πυκνότητας εμπειρία, σαν τους αντικατοπτρισμούς μεταξύ των δύο γυναικών στο μικρό κόσμημα του Πέτζολντ.  

Σπύρος Γάγγας

Smart Search Module