Αν και δεν πρόκειται για μια ταινία που θα σε αφήσει με ανοιχτό το στόμα, εν τούτοις το «Tuner» μπορεί να αναδειχθεί σε μια ευχάριστη επιλογή, καθώς διαθέτει μια-δυο δυσεύρετες αρετές.
Η πρωτοτυπία του φιλμ έγκειται στον πρωταγωνιστικό ρόλο τον οποίον κρατάει για την ηχητική του μπάντα. Με αφορμή την ιστορία ενός χορδιστή πιάνων, με ακουστική ευαισθησία, ξετυλίγεται παραλλήλως μια ερωτική και μια «αστυνομική» περιπέτεια. Αυτό το «παραλλήλως» το χειρίζεται με απόλυτη ισορροπία ο Αμερικανός σκηνοθέτης Ντάνιελ Ρόερ, καταφέρνοντας να εναλλάσσει τις εκπλήξεις, πότε στη μία και πότε στην άλλη ιστορία. Κι επειδή ο κοινός τόπος των αφηγήσεων είναι το πιάνο, ο σκηνοθέτης γνωρίζει τον τρόπο να συνομιλούν οι ψηλές νότες της συμμορίας, η οποία παραβιάζει χρηματοκιβώτια, με τις χαμηλές του έρωτα.
Ο πρωταγωνιστής Νίκι (ικανοποιητικός, όχι πρωτότυπος, ο Λίο Γούνταλ) πηγαινοέρχεται στις δύο ιστορίες, με την ευαισθησία της ακοής του να προσπαθεί να συλλάβει τους λεπτούς ήχους των χρηματοκιβωτίων αλλά και των ανθρώπων. Ματαιωμένο μουσικό ταλέντο ο ήρωας, αποδεικνύει την ευαίσθητη αντίληψή του στα ανθρώπινα, με τη σχέση σεβασμού που τρέφει για τον μέντορά του, τον οποίον υποδύεται, επίσης χωρίς πρωτοτυπία, ο Ντάστιν Χόφμαν. Ερωτευμένος με μια ταλαντούχα πιανίστα, ακολουθεί τη «μουσική» της μαγεμένος (παρεμπιπτόντως, αριστουργηματική η μουσική σύνθεση, για χάρη της ταινίας, αλλά και η επεξεργασία της ηχητικής μπάντας). Συγχρόνως, οι οξείς ήχοι του πληγώνουν τα αυτιά, αλλά κάνει ό,τι μπορεί να βρεθεί στο έλεός τους. Η παράλληλη «καριέρα» του ως διαρρήκτη του, στοιχίζει μάλλον περισσότερο απ’ όσα κερδίζει.
Η άλλη αρετή του «Tuner» είναι η άψογη ορθογραφία του, έστω με την εκμετάλλευση πολλών γνώριμων κλισέ. Η διαδοχή των εκπλήξεων δεν είναι μόνον σεναριακή, αλλά και άψογα σκηνοθετημένη. Γενικότερα, θα λέγαμε πως αν το φιλμ ήταν γραπτό, δεν θα έβρισκε κάποιος ούτε ένα σκηνοθετικό λάθος, καθώς καταφέρνει να φιλοξενήσει τον θεατή σε δύο αφηγηματικούς χώρους και να τον κάνει να νιώθει πολύ άνετα.
Στα θετικά, προστίθεται και το κάπως πικρό -σίγουρα, όχι «happy»- τέλος, κάτι που αποτελεί και μια τελική έκπληξη. Μπορεί στη συνέχεια όλα να εξελιχθούν καλά, μπορεί όμως και να παραμείνουν στο επίπεδο μιας ρομαντικής νοσταλγίας, σαν ένα κομμάτι πιάνου. Ο Ρόερ και η σκηνοθεσία του ίσως τελικά να είναι η πιο ευχάριστη έκπληξη, σε μια ταινία που φλερτάρει έντονα με την αφηγηματική κοινοτοπία, αλλά εντέλει κρατάει μια προσωπική γοητεία. Όπως συμβαίνει και με τη σχέση των πρωταγωνιστών.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
