Όταν δεν είσαι ροκ σταρ αλλά «ανθρώπινο τζουκ μποξ», όπως ακούμε σε κάποια σκηνή αυτής της ταινίας, τότε το μέλλον σου είναι να συνταξιοδοτηθείς παίζοντας τεράστιες επιτυχίες άλλων σε γάμους και άλλες εκδηλώσεις. Όπως ακριβώς συμβαίνει με την μπάντα αυτής της έξυπνης κωμωδίας, θέμα της οποίας είναι αυτό που λέμε «τελευταία ευκαιρία».
Στον πιο πικραμένο μουσικό αυτής της μπάντας, τον Αμερικανό βασικό τραγουδιστή τους, τον Ρικ Πάουερ (Πολ Ραντ) θα πέσει ο λαχνός της… ατυχίας όταν κατά τη διάρκεια ενός τέτοιου γαμήλιου πάρτι, γνωρίζεται με τον Ντάνι (Νικ Τζόνας) ένα πρώην «παιδί – θαύμα» τινέιτζερ συγκροτήματος της ποπ, ο οποίος θέλει να ακολουθήσει σόλο καριέρα.
Ο Ντάνι θα καθίσει για λίγο μαζί με τον Ρικ, θα «αντλήσει» συμβουλές καθώς επίσης θα «βουτήξει» ένα τραγούδι του το οποίο ο ίδιος ο Ρικ δεν μπόρεσε ποτέ να πλασάρει. Και ναι, μέσω του Ντάνι το τραγούδι θα γίνει παγκόσμια επιτυχία οπότε, ο σκηνοθέτης Τζον Κάρνεϊ θα αγγίξει με έναν ευχάριστο, feelgood τρόπο το ευαίσθητο ζήτημα της πνευματικής ιδιοκτησίας – πόσο μάλλον στη μουσική βιομηχανία.
«Οπου hit και μήνυση» όπως χαρακτηριστικά λέει ο ατζέντης του Ντάνι (ο Κιθ Μακέρλιν που τον υποδύεται είναι έκτακτος στον ρόλο). Εκεί βρίσκεται ο παλμός της ταινίας γιατί η κίνηση θα κάνει ράκος τον Ρικ, η κλοπή του τραγουδιού του που κανείς φυσικά δεν πιστεύει ότι είναι δικό του θα γίνει εμμονή.
Μέσω αυτής της συνθήκης, ο Κάρνεϊ θα στήσει καλά το θέμα του με έμφαση στον Ρικ που ως ρόλος ταιριάζει γάντι στον Πολ Ραντ (ανέκαθεν αυτός ο ηθοποιός είχε ένα στιλ χαλαρού loser). Κάποιες ιδέες χάνουν στα σημεία έχοντας υποκύψει σε κινηματογραφικές συμβάσεις που στην ζωή δείχνουν αδιανόητες, με πιο κραυγαλέα την τελική «μονομαχία» των δύο ηρώων. Ως σύνολο όμως, η ταινία αξίζει γιατί θίγει ένα τεράστιο ζήτημα με γλυκό, ανθρώπινο τρόπο.
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tovima.gr
