O Κάρι Μπάρκερ μετατρέπει το όνειρο σε εφιάλτη
Η σαρωτική "Εμμονή", του Κάρι Μπάρκερ, αποδεικνύει για άλλη μια φορά ότι η ανανέωση στον αμερικανικό κινηματογράφο γίνεται σταθερά μέσα από τα είδη. Ας μην σταματήσουμε να επανερχόμαστε στην ιδέα ότι το είδος του φανταστικού/θρίλερ/φρικιαστικού αποτελεί για όλη αυτή τη γενιά (και όχι μόνο) που βίωσε τις αλεπάλληλες κρίσεις, από την οικονομική του 2008 μέχρι και την πιο πρόσφατη πανδημική, ένας τόπος που συναντιούνται ακριβώς αυτό το αίσθημα του ανοίκειου μαζί με την ευκαιρία άρθρωσης ενός διαφορετικού λόγου.
Όλα εκείνα που από άποψη σεναρίου διδάσκονται πλέον και στις μεγάλες κινηματογραφικές σχολές της Αμερικής (NYU, UCLA), o Κάρι Μπάρκερ φαίνεται να τα κουβαλάει εντός του κόσμου του εξ ενστίκτου. Άλλωστε, μαζί με τον συνεργάτη του Κούπερ Τόμλινσον, εγκατέλειψαν νωρίς το New York Film Academy για να πειραματιστούν με την ψηφιακή τεχνολογία, τη σάτιρα, τον τρόμο και τις δυνατότητες πλατφορμών όπως τα YouTube και TikTok. Και κάπως έτσι, μια ολόκληρη γενιά συνειδητοποιημένων, ανεξάρτητων κινηματογραφιστών αναδεικνύεται μέσα ακριβώς από αυτά τα μέσα που μπορεί να προσφέρουν ίλιγγο μέσω της πληροφορίας, αλλά ταυτόχρονα διαμορφώνουν και τη γλώσσα της σύγχρονης κινηματογραφικής αφήγησης.
Στην "Εμμονή", όπως και στο "Backrooms", το ψυχολογικό υπόβαθρο παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο. Σε αντίθεση, βέβαια, προς τη δεύτερη ταινία, όπου το liminal space είναι εκείνο που δίνει μια ιδιαίτερη διάσταση στο φιλμ, στο έργο του Κάρι Μπάρκερ η προσέγγιση είναι αμιγώς σεναριοκεντρική. Όλα ξεκινούν από κάτι που θυμάμαι να μου λέει και ο πατέρας μου: "Πρόσεχε, μεγάλε, μην και το όνειρο γίνει εφιάλτης".
Κατ' αυτόν τον τρόπο, ο συνεσταλμένος Μπέαρ (Μάικλ Τζόνστον)- πιασμένος στα δόκανα του μετεφηβικού έρωτα- σε μια προσπάθεια προσέγγισης της συναδέρφου του Νίκκι (Ίντι Νάβαρετ), ανοίγει το...κουτάκι με τις ευχές, ευχόμενος το κορίτσι να τον αγαπήσει περισσότερο από οτιδήποτε στον κόσμο. Φυσικά, εξ' ορισμού του είδους, αυτό δεν θα πάει καλά, με τον Κάρι Μπάρκερ να αφήνει αιχμές για το "ιπποτικό" μας βλέμμα απέναντι στο θηλυκό στοιχείο αλλά και την προσέγγιση εννοιών όπως της ελεύθερης βούλησης και, φυσικά, της φύσης της εμμονής (που είναι και το σεναριακό κέντρο του έργου και όλων των χαρακτήρων του, με διαφοροποιήσεις και παραλλαγές στον καθένα).
Θαυμάζει κανείς το ντεκουπάζ αυτής της ταινίας, την ανάδειξη των πολλαπλών δυνατοτήτων της σκηνογραφίας και κυρίως τον τρόπο που δούλεψε τους χαρακτήρες του ανά ζεύγη και κορύφωσε πρωταγωνιστές και δευτεραγωνιστές με τρόπο ευφυέστατο. Ευτυχώς πλέον απομακρυνόμαστε από την πάλαι ποτέ λογική των jump scares και ερχόμαστε στην ανάδειξη της φρίκης μέσα από το ίδιο το σώμα του ηθοποιού, ιδίως τη φωνή. Η Ίντι Νάβαρετ ως Νίκκι δίνει μία από τις καλύτερες ερμηνείες που έχω δει ποτέ στο είδος, εστιάζοντας στον τόνο και τις υψηλές συχνότητες αλλά και την πλαστικότητα της μάσκας του προσώπου της στα σημεία όπου χρειάζεται να κριντζάρουμε.
Αν παρατηρήσουμε το φιλμ προσεκτικά από την πρώτη πράξη του, παρά το ήπιο, αργό ξεκίνημά του θα ανακαλύψουμε ότι και σε ό,τι αφορά το ζεύγος των Ίαν και Σάρα (δευτεραγωνιστές) όλα περί των χαρακτήρων τους χτίζονται μεθοδικά και διακριτικά από την αρχή. Ιδίως στην περίπτωση της Σάρας, ως ανταγωνίστριας της Νίκκι, η γραμμή από το ελαφρύ φλερτ στο μπαρ, στην παρατήρηση για το περιεχόμενο του σάντουιτς και από εκεί στο παιχνίδι "θάρρος ή αλήθεια" και την τελική της κατάληξη, είναι ευκρινέσταστη και ένα πραγματικό μάθημα για όποιον επιθυμεί να εξερευνήσει τα νερά του είδους.
Τελικά, πίσω από κάθε ταινία που μας καθηλώνει κρύβεται μια ιστορία που ο σκηνοθέτης της με τους συνεργάτες του την έχουν αφηγηθεί με εξαιρετικό τρόπο, φρέσκο, και κυρίως με μία αγάπη για να δημιουργηθεί αυτό το παράλληλο σύμπαν που συντροφεύει και εμάς για μιάμιση ώρα.
Παναγιώτης Λιάκος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ομογενειακό έντυπο Εθνικός Κήρυκας
και αποτελεί μεταφρασμένη του εκδοχή
