ΜΠΑΛΑΝΤΑ ΤΩΝ ΟΝΕΙΡΩΝ, Η - Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος

Αν και ξεκίνησε εντελώς διαφορετικά (το On the Edge του 2001 επικεντρώνεται σε έναν αυτοκτονικό έφηβο που υποδύεται ο Κίλιαν Μέρφι), ο Τζον Κάρνεϊ έχει ειδικευτεί σε αισθηματικές κομεντί μουσικού περιεχομένου, μετά την εμπορική και οσκαρική επιτυχία του ταπεινού Once. Άλλοτε πιάνει η συνταγή (Sing Street), άλλοτε όχι και τόσο (Begin Again, με ενδιαφέροντα τον Μαρκ Ράφαλο και τον Άνταμ Λεβίν, αλλά την Κίρα Νάιτλι εκτός πλαισίου), ωστόσο ο Ιρλανδός σκηνοθέτης γνωρίζει πώς να χωράει τη συγκρατημένη αισιοδοξία στη γλυκόπικρη απελπισία, υπογραμμίζοντας πάντα το στόρι με ευχάριστα «τραγουδιστό» σάουντρακ.

Το πρόβλημα του Αμερικανού τραγουδιστή Ρικ Πάουερ (Πολ Ραντ) είναι πως έχει κολλήσει στο Δουβλίνο παίζοντας σε μια μπάντα γάμων, και κυρίως ότι βλέπει μια δική του μελωδία, που δεν μπορεί να αποδείξει πως του ανήκει, να γίνεται super hit από έναν νεαρό Αμερικανό πρώην σταρ σε boy band της ποπ σκηνής του Λος Άντζελες (Νικ Τζόνας), ο οποίος με τη σειρά του αρνείται πως τη δανείστηκε και την ανέπτυξε μια τυχαία βραδιά που τζάμαραν περιστασιακά, αν και σε ειλικρινή και φιλικό τόνο.

Μουσική ταινία (αν και όχι τζουκμπόξ ή σκέτο μιούζικαλ), το Power Ballad παίζει με το είδος της κλασικής αισθηματικής μπαλάντας που εμπνέει τιμώντας την αγάπη και με το επώνυμο του οικογενειάρχη Αμερικανού που έχει ξεμείνει από προοπτική, και δένει το απρόοπτο μιας απρόσμενης ελπίδας για το πολυπόθητο break με μια προβλέψιμη, καλοσχεδιασμένη, χλιαρή πλοκή, που είναι οk σε ένα πρώτο επίπεδο, όχι όμως κάτι που να αφήνει ιδιαίτερο απόηχο – περίπου σαν power ballad από τα ’80s.

Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα lifo.gr

Smart Search Module