Η κωμική διάσταση ενός δράματος
«Το δείπνο του Φράνκο», του Ισπανού σκηνοθέτη Μανοέλ Γκόμες Περέιρα, είναι από αυτές τις ταινίες, οι οποίες μπορεί να μην τρελαίνουν τους κριτικούς, λατρεύονται όμως από το κοινό, ιδίως στη θερινή περίοδο. Κι αυτό επειδή διακρίνονται για μια στρωτή, χωρίς περικοκλάδες αφήγηση, αλλά και χωρίς προσβολές προς το πνευματικό επίπεδο των θεατών. Διατρέχονται από νοήματα αποδεκτά και ευανάγνωστα, ενώ καταφέρνουν να δημιουργού κωμικές καταστάσεις, στο πλαίσιο ενός αντικειμενικού δράματος.
Ήδη το 1939, είναι μια χρονιά δίσεκτη για την Ισπανία, καθώς οι δυνάμεις του Φράνκο έχουν επικρατήσει, επιβάλλοντας μια δικτατορία, με πολλούς αντιφρονούντες να βρίσκονται φυλακισμένοι ως αριστεροί. Τότε αποφασίζεται να εορτασθεί η νίκη, σε ένα πολυτελές δείπνο, στους χώρους ενός μεγάλου και πολυτελούς ξενοδοχείου (του Grand Palace) της Μαδρίτης. Έλα όμως, που το ισόγειο έχει μετατραπεί σε νοσοκομείο και οι μάγειρες βρίσκονται φυλακισμένοι, μετά τον αιματηρό εμφύλιο, ο οποίος προηγήθηκε. Τη διαταγή λαμβάνει ο υπολοχαγός Μεντίνα, φοβισμένος και άβουλος, να μεταφέρει την πίεση την οποία δέχεται στον εύστροφο, αλλά και ανοιχτόμυαλο ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου. Και τότε ξεκινάει μια σειρά επεισοδίων όλων των ειδών (πολιτικά, ερωτικά, ακόμη και γαστριμαργικά, για να είμαστε στη μόδα), με υπόσχεση για γέλιο και συγκίνηση. Κρατάει την έκπληξη ενός ευφυούς και «μαύρου», αλλά κωμικού, τέλους: όταν κάνεις μια υπόκυψη στην εξουσία, περίμενε να έρθουν κι άλλες.
Φυσικά, πρόκειται για θεατρικό έργο («Το δείπνο» του Χοσέ Λουΐς Αλμπέρτο ντε Σάντος), κάτι που όσο και να προσπαθεί δεν μπορεί να αντιπαλέψει ο Ισπανός σκηνοθέτης. Όχι ότι σκοτώνεται κιόλας να το πράξει. Προτιμάει τις ευκολίες που του παρέχει το θέατρο, βολεύεται στους κλειστούς χώρους και δεν καταβάλλει προσπάθεια να τους «κινηματογραφήσει». Περιορίζεται στις θεατρικές γραμμές, που του παρέχουν την ασφάλεια της συνύπαρξης του δραματικού με το κωμικού και πατάει επίμονα στη σταθερή βάση τους. Οι ήρωες αποτελούν αφελείς φιγούρες του ισπανικού εμφυλίου, με κύριες ομάδες τους αριστερούς μάγειρες και τους δεξιούς σερβιτόρους. Οι χαρακτήρες και τα περιστατικά παραμένουν στα όρια του σκίτσου, που εκφέρουν έξυπνες ατάκες, σε αλληλοδιαδοχή εκπλήξεων. Απουσιάζει η όποια εμβάθυνση, βρίσκουμε όμως το γέλιο. Αυτό εκτιμάται ιδιαιτέρως στα θερινά σινεμά και στην αξιοπρεπή ανεμελιά που αναζητούν.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
