Το Tuner είναι από εκείνες τις ταινίες που μπορούν να απευθυνθούν ταυτόχρονα σε διαφορετικούς θεατές: σε όσους αγαπούν τον Ντάστιν Χόφμαν, σε όσους αγαπούν τη μουσική, σε όσους αναζητούν την ένταση μιας ληστείας και σε όσους προτιμούν τις προσωπικές περιπέτειες. Στο πρώτο του πέρασμα στη μυθοπλασία, ο Ντάνιελ Ρόχερ υπογράφει μια ταινία που συνδυάζει τη μουσική, την προσωπική περιπέτεια και την αστυνομική πλοκή με άνεση, χωρίς κανένα από αυτά τα στοιχεία να κυριαρχεί πάνω στα υπόλοιπα. Καθώς η ιστορία εξελίσσεται, το ενδιαφέρον της παραμένει σταθερά στραμμένο στους ανθρώπους και στις κοινωνικές προεκτάσεις που αναδύονται μέσα από τις επιλογές τους. Η ουσιαστική πρωτοτυπία της, ωστόσο, βρίσκεται αλλού. Αν και ο κινηματογράφος έχει παρουσιάσει ήρωες που στερούνται την ακοή ή διαθέτουν υπερφυσικές αισθήσεις, σπάνια έχει μετατρέψει την ακοή στο βασικό εργαλείο της κινηματογραφικής γλώσσας.
Η επιλογή αυτή αποκτά συγκεκριμένη μορφή μέσα από τον Νίκι, έναν χαρισματικό κουρδιστή πιάνων που, ύστερα από ένα ατύχημα, αποκτά μια εξαιρετικά οξυμένη ακοή. Ο Ρόχερ δανείζεται το σεναριακό του εύρημα από την ιατρική υπερακουσία, διευρύνοντάς το δημιουργικά, ώστε να υπηρετήσει την ιστορία του, μετατρέποντάς το σε έξυπνο κινηματογραφικό οικοδόμημα. Έτσι, ο θεατής αρχίζει σταδιακά να αντιλαμβάνεται τους ήχους με τον ίδιο τρόπο που τους αντιλαμβάνεται και ο ήρωας, μεταφέροντας το κέντρο βάρους της ταινίας από την εικόνα στην ακουστική εμπειρία. Κάθε ανεπαίσθητος ήχος, κάθε μηχανικός παλμός, κάθε μουσική δόνηση αποκτά δραματουργική σημασία και μετατρέπει την ακοή από βιολογική αίσθηση σε βασικό συστατικό της κινηματογραφικής γλώσσας.
Η ιδιαίτερη αυτή ικανότητα ενσωματώνεται οργανικά στην καθημερινότητα του Νίκι και καθορίζει σχεδόν κάθε του απόφαση. Ο Ρόχερ αφιερώνει τον απαραίτητο χρόνο ώστε ο θεατής να κατανοήσει τον τρόπο με τον οποίο ο ήρωάς του αντιλαμβάνεται τον κόσμο, πριν οδηγήσει σταδιακά την ιστορία προς την αστυνομική της διάσταση.
Η είσοδος της Ρούθι στην ιστορία σηματοδοτεί μια ουσιαστική στροφή της αφήγησης προς το ανθρώπινο στοιχείο. Η πρώτη γνωριμία της με τον Νίκι εξελίσσεται με ρυθμό που μοιάζει κάπως βιαστικός, χωρίς όμως να επηρεάζει τη συνέχεια. Αντίθετα, όσο οι δύο ήρωες μοιράζονται τον ίδιο σκηνικό χώρο, η σχέση τους αποκτά φυσικότητα, χημεία και συναισθηματικό όγκο, αποτελώντας ένα από τα πιο απολαυστικά στοιχεία της ταινίας. Η σφιχτή σκηνοθεσία του Ρόχερ βρίσκει την καλύτερη έκφρασή της στη συνεργασία του μοντάζ με τη μουσική. Η παράλληλη εξέλιξη του κοντσέρτου της Ρούθι με την περιπέτεια του Νίκι αποτελεί μία από τις πιο δυνατές στιγμές της ταινίας, καθώς ο ήχος και η εικόνα λειτουργούν ως δύο ισότιμοι αφηγηματικοί άξονες, δημιουργώντας μια κορύφωση με αξιοσημείωτη ένταση.
Ο Λίο Γούνταλ ανταποκρίνεται με χειρουργική ακρίβεια στις απαιτήσεις του Νίκι, ενός ρόλου που στηρίζεται περισσότερο στην παρατήρηση και την εσωτερική ένταση παρά στις εξωτερικές εκρήξεις. Στο πλευρό του, η Ρούθι βρίσκει τον δικό της φυσικό χώρο μέσα στην ιστορία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη χημεία του πρωταγωνιστικού διδύμου και στην ανθρώπινη διάσταση της ταινίας. Καθοριστικό ρόλο, όμως, στην εξέλιξη του Νίκι παίζει ο Χάρι, τον οποίο ο Ντάστιν Χόφμαν ερμηνεύει με την άνεση ενός μεγάλου ηθοποιού που εξακολουθεί να απολαμβάνει κάθε στιγμή μπροστά στην κάμερα. Στα 88 του χρόνια συνεχίζει να διατηρεί ακέραιη τη φρεσκάδα και την ερμηνευτική άνεση που τον καθιέρωσαν, χαρίζοντας στον χαρακτήρα του μια φυσικότητα που δύσκολα συναντά κανείς σε ηθοποιούς της ηλικίας του. Δορυφόρος της ταινίας το Ζαν Ρενό, που εμφανίζεται σε έναν ρόλο διαφορετικό από εκείνους με τους οποίους έχει ταυτιστεί όλα αυτά τα χρόνια. Μια επιλογή που ξαφνιάζει και ταυτόχρονα προβληματίζει, αλλά σίγουρα προσθέτει ακόμη μία χρωματιστή ψηφίδα στο μωσαϊκό των χαρακτήρων της ταινίας.
Όσο η ιστορία οδηγείται προς την κορύφωσή της, ο Ρόχερ αφήνει τη γνωστή κινηματογραφική νομοτέλεια να λειτουργήσει με υπομονή και συνέπεια. Στο σινεμά τίποτα δεν μένει πραγματικά κρυφό. Κάθε επιλογή των ηρώων γεννά μια νέα συνέπεια, κάθε μυστικό αναζητά τον δρόμο προς την αποκάλυψή του και η ένταση προκύπτει περισσότερο από αυτή τη διαρκή αίσθηση αναπόφευκτου παρά από τις ίδιες τις ανατροπές της πλοκής.
Παρότι η ληστεία καθορίζει την εξέλιξη της ιστορίας, το ενδιαφέρον του Ρόχερ παραμένει στραμμένο στους ανθρώπους και στις συνέπειες των επιλογών τους. Η αστυνομική περιπέτεια λειτουργεί ως το όχημα μιας ιστορίας με σαφείς κοινωνικές προεκτάσεις, όπου η ιδιαίτερη ικανότητα του ήρωα μετατρέπεται ταυτόχρονα σε χάρισμα, κατάρα, αλλά και μέσο επιβίωσης. Όπως συμβαίνει συχνά στον κινηματογράφο, έτσι κι εδώ η νομοτέλεια οδηγεί αργά ή γρήγορα στην αποκάλυψη των μυστικών, υπενθυμίζοντας ότι καμία πράξη δεν μένει πραγματικά κρυφή.
Όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, εκείνο που μένει περισσότερο στη μνήμη δεν είναι η ληστεία ούτε η έκβασή της. Είναι ο τρόπος με τον οποίο το Tuner κάνει τον θεατή να συνεχίσει, έστω και για λίγο, να ακούει τον κόσμο μέσα από τα αυτιά του Νίκι.
Κώστας Κωνσταντινίδης
