ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΡΟΜΠΙΝ ΧΟΥΝΤ, Ο - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Ελάχιστοι λογοτεχνικοί ήρωες έχουν επιβιώσει τόσο πολύ από τον ίδιο τους τον θάνατο όσο ο Ρομπέν των Δασών (Ρόμπιν Χουντ). Και ίσως αυτό να είναι το πρώτο παράδοξο που αξίζει να επισημανθεί. Ανήκει σε μια σπανιότερη κατηγορία ηρώων, εκείνη των λαϊκών θρύλων που διαμορφώθηκαν μέσα από την προφορική παράδοση και όχι από το έργο ενός και μόνο συγγραφέα, όπως συνέβη πχ με τον Δον Κιχώτη ή τον Σέρλοκ Χολμς. Οι πρώτες γραπτές αναφορές στο πρόσωπό του εμφανίζονται ήδη από τον 14ο αιώνα, γεγονός που μαρτυρά ότι ο θρύλος κυκλοφορούσε ήδη ευρέως. Οι παλαιότερες σωζόμενες μπαλάντες ακολουθούν περίπου έναν αιώνα αργότερα, επιβεβαιώνοντας ότι ο Ρόμπιν είχε ήδη αποκτήσει τη θέση του στη λαϊκή παράδοση. Έκτοτε δεκάδες συγγραφείς, από τον Γουόλτερ Σκοτ και τον Αλέξανδρο Δουμά μέχρι τον Χάουρντ Πάιλ, αναδιαμόρφωσαν τον μύθο του, χωρίς ωστόσο ποτέ να καταφέρουν να διεκδικήσουν την πατρότητά του. Κάθε νέα κινηματογραφική μεταφορά του Ρομπέν των Δασών κουβαλά, λοιπόν, στις αποσκευές της επτά περίπου αιώνες μνήμης και όχι την κληρονομιά ενός μόνο βιβλίου.

Ο Μάικλ Σαρνόσκι ξεκαθαρίζει τις προθέσεις του σχεδόν από την πρώτη στιγμή. Ο ίδιος ο Ρόμπιν αναλαμβάνει να προειδοποιήσει τον θεατή ότι η ιστορία του ακολουθεί έναν διαφορετικό δρόμο από εκείνον που έχει χαράξει ο θρύλος. Στο κέντρο της αφήγησης τοποθετεί έναν γερασμένο άνθρωπο που κουβαλά στις πλάτες του το βάρος των επιλογών του και τις ενοχές μιας ζωής βυθισμένης στη βία. Η πρώτη αυτή αποκάλυψη αποκτά αμέσως κινηματογραφική υπόσταση, καθώς ο Σαρνόσκι τη μετατρέπει σε εικόνα ήδη από τις εναρκτήριες σκηνές της ταινίας.

Εξίσου ενδιαφέρουσα αποδεικνύεται και η παρουσία του Λιτλ Τζον, ο οποίος εμφανίζεται πλέον ως Έντουαρντ, έχοντας υιοθετήσει την ταυτότητα ενός ανθρώπου που ο ίδιος σκότωσε. Η αλλαγή του ονόματος λειτουργεί ως ακόμη μία απόπειρα διαφυγής από το παρελθόν, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον ίδιο τον Ρόμπιν, ο οποίος ζει πλέον ως Ράντολφ. Οι δύο άνδρες επιχειρούν να αποκοπούν από τους ανθρώπους που υπήρξαν κάποτε, διαπιστώνοντας ότι η αλλαγή ενός ονόματος αδυνατεί να διαγράψει μια ολόκληρη ζωή.

Η ζωή στον 13ο αιώνα ελάχιστη σχέση είχε με τη ρομαντική περιπέτεια που συχνά προβάλλει ο κινηματογράφος, καθώς η ίδια η καθημερινότητα αποτελούσε μια αδιάκοπη άσκηση επιβίωσης. Τα όπλα της εποχής υπόσχονταν έναν αργό, βασανιστικό και γεμάτο σωματικό πόνο θάνατο. Μαχαίρια, τσεκούρια, ακόντια, ρόπαλα και κάθε λογής αυτοσχέδια πολεμικά εργαλεία συνθέτουν έναν κόσμο όπου η βία, η εκδίκηση και η αυτοδικία αποτελούν φυσικές συνθήκες της καθημερινότητας. Πάνω, λοιπόν, σε αυτή την ιστορική πραγματικότητα χτίζει ο Σαρνόσκι τα πρώτα σαράντα περίπου λεπτά της ταινίας. Η κάμερα επιμένει στο αίμα και στον ανθρώπινο πόνο, αντιμετωπίζοντας με την ίδια αμείλικτη ματιά άνδρες, γυναίκες και παιδιά, χωρίς καμία ηθική διάκριση, ενώ όσο η οδύνη κορυφώνεται ο φακός πλησιάζει ολοένα και περισσότερο τα πρόσωπα. Το σκοτάδι κυριαρχεί στο κάδρο, όπως κυριαρχεί και στην ψυχολογία των ηρώων, μέχρι τη στιγμή που το φως του σκωτσέζικου και ιρλανδικού ουρανού αρχίζει σταδιακά να μεταβάλλει τον αφηγηματικό τόνο. Πρόκειται για ένα πρώτο μέρος απαιτητικό, σχεδόν αμείλικτο, που ασφαλώς θα ενοχλήσει αρκετούς θεατές.

Όταν όμως αυτό το αιματηρό πρελούδιο ολοκληρωθεί, η ταινία αλλάζει πρόσωπο. Το σκοτάδι της εκδίκησης παραχωρεί σταδιακά τη θέση του στο φυσικό, αχνό και συχνά γκρίζο φως του σκωτσέζικου και ιρλανδικού τοπίου, ενώ μαζί του μεταβάλλεται και ο εσωτερικός κόσμος του ήρωα. Η δράση παραχωρεί τον χώρο της στις ενοχές, στη μνήμη και στην ανάγκη της συμφιλίωσης. Ο Ρόμπιν έρχεται πλέον αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον μύθο, με την εικόνα του λαϊκού ήρωα που η παράδοση έχτισε γύρω από το όνομά του και με τον πραγματικό άνθρωπο που κουβαλά το βάρος των πράξεών του. Από εκείνο το σημείο και έπειτα η παρουσία της Μάργκαρετ αποκτά ολοένα και μεγαλύτερη βαρύτητα, σε βαθμό που γεννά εύλογα το ερώτημα αν ο πραγματικός άξονας της ταινίας παραμένει ο Ρόμπιν ή μοιράζεται τελικά ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες.

Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μεταμόρφωση του Ρόμπιν διαδραματίζει και η κοινότητα που τον υποδέχεται. Πρόκειται για ένα ιδιότυπο κοινόβιο, όπου οι σχέσεις των ανθρώπων διέπονται από αξιοσημείωτη ισορροπία και η καθημερινότητα οργανώνεται γύρω από την αλληλεγγύη και τη συνύπαρξη, με κεντρικό πρόσωπο την Μάργκαρετ. Εκεί ο Ρόμπιν αποκτά για πρώτη φορά την αίσθηση ότι ανήκει κάπου. Και αυτή ακριβώς η αίσθηση της κοινότητας φαίνεται να ολοκληρώνει τη διαδρομή του προς την αυτογνωσία.

Εκείνο που παρουσιάζει μεγαλύτερο ενδιαφέρον, όμως στην ταινία, είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Σαρνόσκι επιχειρεί να μετατρέψει έναν συλλογικό θρύλο σε έναν βαθιά ανθρώπινο χαρακτήρα. Άλλοτε το πετυχαίνει με εντυπωσιακή δύναμη και άλλοτε μοιάζει να εγκλωβίζεται στο ίδιο το βάρος της πρόθεσής του. Η απομυθοποίηση του Ρομπέν των Δασών τελικά λειτουργεί για τον Σαρνόσκι τόσο ως αφετηρία όσο και ως αυτοσκοπός. Κάθε σκηνή αφαιρεί σταδιακά ακόμη ένα κομμάτι από τον θρύλο, μέχρι να απομείνει αποφλοιωμένος ο άνθρωπος, γυμνός απέναντι στον ίδιο του τον εαυτό. Καθοριστική συμβολή σε αυτή τη διαδρομή έχουν η υποβλητική φωτογραφία του Πατ Σκόλα, που μετατρέπει το σκωτσέζικο και ιρλανδικό τοπίο σε έναν ακόμη σιωπηλό πρωταγωνιστή της ιστορίας, και η μουσική του Τζιμ Γκέντι, η οποία άλλοτε προμηνύει τις δραματικές εξελίξεις και άλλοτε ακολουθεί την εικόνα σαν απόηχος όσων έχουν ήδη συμβεί. Όμως πάνω από όλα δεσπόζει ο Χιού Τζάκμαν, σε έναν βαθιά εσωτερικό και εξαιρετικά ώριμο Ρόμπιν, ίσως στην πληρέστερη ερμηνεία των τελευταίων ετών της καριέρας του.

Στο τέλος απομένει μόνο η καμπύλη του τελευταίου βέλους. Μια μικρή τροχιά που επιστρέφει στη γη, όπως εξάλλου και κάθε ανθρώπινη ύπαρξη, παρασύροντας μαζί της έναν θρύλο επτά αιώνων.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module