72 ΩΡΕΣ ΠΡΟΘΕΣΜΙΑ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Η εικόνα μιας θάλασσας βαμμένης κόκκινης από το αίμα, αλλά και τα εναέρια πλάνα των νεκρών στρατιωτών που επιπλέουν στα νερά της Νορμανδίας προδιαθέτουν αρχικά για μια ακόμη πολεμική ταινία γύρω από την περίφημη απόβαση των Συμμάχων. Ο Άντονι Μάρας επιλέγει όμως μια διαφορετική διαδρομή, μεταφέροντας το ενδιαφέρον του έξω από την ίδια τη μάχη. Στη στιγμή όπου η Ιστορία περιμένει μια απόφαση και ο πόλεμος εξαρτάται από μια πρόγνωση καιρού.

Πολλοί σκηνοθέτες έχουν επιστρέψει κατά καιρούς στην Απόβαση της Νορμανδίας, αναζητώντας μέσα από αυτήν το ανθρώπινο κόστος, τον ηρωισμό ή τη φρίκη του πολέμου. Από την εμβληματική και άκρως επιδραστική 20λεπτη σεκάνς της απόβασης στη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» (1998) του Στίβεν Σπίλμπεργκ, μέχρι τη συλλογική οπτική της «Η πιο μεγάλη μέρα του πολέμου» (1962) των Γκέρντ Όζουολντ και Ντάριλ Ζάνουκ, το ενδιαφέρον παρέμενε συνήθως στραμμένο στη σύγκρουση. Ο Άντονι Μάρας επιλέγει μια διαφορετική προσέγγιση, στρέφοντας τον φακό του ακριβώς στις ώρες που προηγήθηκαν της επιχείρησης με έμφαση στους ανθρώπους που έπρεπε να αναλάβουν την ευθύνη της τελικής απόφασης.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο σμήναρχος Τζέιμς Σταγκ, ένας χαρακτήρας απόλυτος, πεισματάρης και συχνά αυταρχικός. Ο Μάρας τον τοποθετεί ανάμεσα στην επιστήμη, στη στρατιωτική ιεραρχία και στην προσωπική του συνείδηση, επιτρέποντας παράλληλα να αποκαλυφθεί μια εντελώς διαφορετική πλευρά του. Πίσω από τον σκληρό αξιωματικό βρίσκεται ένας άνθρωπος που αγωνιά για την έγκυο σύζυγό του, αδυνατώντας ακόμη και να επικοινωνήσει μαζί της την ώρα που οι πληροφορίες για βομβαρδισμούς και καταστροφές πολλαπλασιάζουν την αβεβαιότητα. Η εκτίμηση που καλείται να υποστηρίξει μπορεί να αποδειχθεί σωτήρια ή καταστροφική, την ίδια στιγμή που η προσωπική του ζωή βρίσκεται σε μια εξίσου κρίσιμη καμπή.

Ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα φέρνει στο προσκήνιο το πιο ενδιαφέρον στοιχείο της ταινίας. Η μετεωρολογία παρουσιάζεται ως μια επιστήμη που ακόμη και σήμερα παραμένει ανοιχτή σε αποκλίσεις και διαφορετικές ερμηνείες των ίδιων δεδομένων. Η σκέψη ότι το 1944 οι προβλέψεις έπρεπε να γίνουν με ασύγκριτα φτωχότερα μέσα κάνει το έργο των επιστημόνων ακόμη πιο εντυπωσιακό. Η αντιπαράθεση των δύο μετεωρολόγων αναδεικνύει ακριβώς αυτή τη διαφορική φύση της επιστήμης. Τα δεδομένα είναι κοινά, οι εκτιμήσεις διαφέρουν και η Ιστορία απαιτεί μία μόνο απάντηση. Σε τέτοιες στιγμές η γνώση από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται εμπειρία, διορατικότητα και ίσως λίγη φαντασία για να προβλέψει κανείς όσα δεν έχουν ακόμη συμβεί.

Η ταινία εκτυλίσσεται στην καρδιά του πολέμου, κάθε άλλο όμως παρά πολεμική είναι. Οι συσκέψεις, οι διαφωνίες, οι επιστημονικές αντιπαραθέσεις και η ψυχολογική πίεση αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τις στρατιωτικές επιχειρήσεις. Ο Μάρας μετατρέπει την αναμονή σε δραματουργικό εργαλείο και χτίζει την ένταση γύρω από μια απόφαση που αποκτά κάθε φορά διαφορετικό πρόσημο, καθώς νέα δεδομένα καταφθάνουν από τον ουρανό και τη θάλασσα.

Όταν η απόβαση ξεκινά, η ταινία στρέφεται αναπόφευκτα στην πραγματικότητα του πολέμου. Πώς θα μπορούσε εξάλλου να παραμείνει απλώς θεατής; Οι στρατιώτες πέφτουν από τα πυρά του εχθρού σαν στάχυα και η θάλασσα μετατρέπεται σε εφιαλτικό πεδίο θανάτου. Οι εικόνες αυτές λειτουργούν ως υπενθύμιση του τι ακριβώς κρινόταν στις αίθουσες των συσκέψεων. Γιατί ο πόλεμος παραμένει αμείλικτος από όποια πλευρά κι αν τον κοιτάξεις.

Τελικά η απόβαση πραγματοποιήθηκε στη Νορμανδία και αποτέλεσε την αρχή του τέλους για τη ναζιστική Γερμανία. Η Ιστορία κατέγραψε το αποτέλεσμα. Η ταινία του Άντονι Μάρας επιλέγει να σταθεί λίγο νωρίτερα, σε εκείνες τις εβδομήντα δύο ώρες όπου η αβεβαιότητα είχε ακόμη τον τελευταίο λόγο. Και εκεί ακριβώς κρύβεται και η ουσία της.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module