ΡΟΜΕΡΙΑ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Η «Ρομερία» μοιάζει με ημερολόγιο που έμεινε για χρόνια μισοτελειωμένο μέσα σε ένα συρτάρι. Η Κάρλα Σιμόν επιστρέφει στις λευκές του σελίδες για να τις συμπληρώσει με φωτογραφίες, πρόσωπα, γνώριμους τόπους και οικογενειακές σιωπές, ένα ημερολόγιο που ακολουθεί τα ίχνη που άφησαν πίσω τους οι άνθρωποι και οι αναμνήσεις τους.

Η αφετηρία της αναζήτησης βρίσκεται στους γονείς της ηρωίδας, που χάθηκαν από το AIDS τη δεκαετία του '80, και στη σιωπή που εξακολουθεί να συνοδεύει εκείνη την εποχή μέσα στον οικογενειακό κύκλο. Η Σιμόν ακολουθεί τα ίχνη τους μέσα από πρόσωπα, αφηγήσεις και οικογενειακές μνήμες που αποκαλύπτονται σταδιακά, μετατρέποντας αυτή την πορεία σε μια προσωπική αναζήτηση της ταυτότητας. Κάθε συγγενής καταθέτει τη δική του μαρτυρία και κάθε συνάντηση συμπληρώνει ακόμη ένα κομμάτι στο οικογενειακό παζλ.

Το ντοκιμαντερίστικο ύφος υπηρετεί απόλυτα αυτή τη λογική. Κάποτε θα χαρακτηρίζαμε μια τέτοια προσέγγιση ως «δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ». Σήμερα μοιάζει περισσότερο με μια κατασκευή αναμνήσεων από πρωτότυπα υλικά. Η ίδια η ηρωίδα καταγράφει τον κόσμο με τη δική της κάμερα, ενώ η κάμερα της Σιμόν παραμένει διαρκώς στραμμένη επάνω της, ακολουθώντας σχεδόν δεσμευτικά κάθε της βήμα. Έτσι, ο θεατής παρακολουθεί την αναζήτηση να καταγράφεται την ίδια στιγμή που γεννιέται.

Η μνήμη γεννιέται μέσα από μικρές παρατηρήσεις. Τα κάδρα με τις παλιές φωτογραφίες, οι γνώριμοι δρόμοι, τα σπίτια, οι επισκέψεις στους συγγενείς, τα μισά χαμόγελα και οι σύντομες σιωπές αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τα ίδια τα γεγονότα. Παράλληλα, οι σκέψεις της ηρωίδας, όπως το ερώτημα «άραγε με πόσους τρόπους θα μπορούσε κανείς να είναι νέος στη δεκαετία του '80;», λειτουργούν σαν μικρές επικεφαλίδες αυτού του ιδιότυπου ημερολογίου. Η νοσταλγία απλώνεται αργά πάνω στα πρόσωπα, στα αντικείμενα και στους χώρους, σαν να υπήρχε πάντοτε εκεί και απλώς περίμενε την κατάλληλη στιγμή για να γίνει ξανά ορατή. Καθώς η αναζήτηση προχωρά, νέα πρόσωπα αναδύονται μέσα σε μια ήδη μεγάλη οικογένεια.

Στο δεύτερο μισό της ταινίας η Σιμόν αφήνει διακριτικά τον αυστηρό νατουραλισμό και ανοίγει χώρο σε πιο ονειρικές και ποιητικές εικόνες. Σαν να παραχωρεί σταδιακά τη θέση της η πραγματικότητα στη μνήμη. Η αργόσυρτη εξέλιξη, ωστόσο, αποτελεί και τη μεγαλύτερη αδυναμία της ταινίας. Παρότι η παρατήρηση παραμένει διαρκώς γοητευτική, η δραματουργική εξέλιξη προχωρά με τόσο αργό ρυθμό ώστε τα εκατό και πλέον λεπτά της διάρκειάς της μοιάζουν αισθητά περισσότερα. Η κινηματογραφική διαδρομή αποδεικνύεται μεγαλύτερη από τη δραματουργική ανταμοιβή που τελικά προσφέρει.

Όταν πέσουν οι τίτλοι τέλους, δύσκολα αποφεύγει κανείς ένα διακριτικό «Ε, και;». Η ταινία φτάνει στον προορισμό της αφήνοντας την αίσθηση ότι το τελευταίο της βλέμμα θα μπορούσε να ανταμείψει περισσότερο τον θεατή. Η «Ρομερία» ολοκληρώνει με συνέπεια έναν δημιουργικό κύκλο που η Κάρλα Σιμόν άνοιξε με το «Summer 1993» και συνέχισε με το «Alcarràs». Από εδώ και πέρα όμως αρχίζει ίσως η δυσκολότερη δοκιμασία για κάθε δημιουργό. Να προστατεύσει τη θεματική του ταυτότητα χωρίς να την αφήσει να μετατραπεί σε επαναλαμβανόμενη συνήθεια.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module