ΘΑΝΑΣΙΜΑ ΠΛΟΥΣΙΟΣ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Όταν ανοίγει η αυλαία του «Θανάσιμα πλούσιος», ο πρωταγωνιστής βρίσκεται ήδη στη φυλακή. Απέναντί του κάθεται ένας ιερέας και ακούει την εξομολόγησή του. Θα περίμενε κανείς ότι η ταινία ξεκινά από το τέλος της. Στην πραγματικότητα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Μια άλλη ταινία αρχίζει εκείνη τη στιγμή. Η ταινία της ζωής του.

Ο Μπέκετ γεννήθηκε σε μια πάμπλουτη οικογένεια, όμως μεγάλωσε μακριά από αυτήν. Αποκληρωμένος, απομονωμένος και αποκλεισμένος από έναν κόσμο που θεωρεί ότι του ανήκει δικαιωματικά, αποφασίζει να διεκδικήσει όσα πιστεύει ότι του στέρησαν. Από εκείνο το σημείο και μετά ο Τζον Πάτον Φορντ μετατρέπει μια ιστορία εγκλήματος σε κάτι πολύ πιο ενδιαφέρον. Σε μια ιστορία διεκδίκησης, όπου κάθε νέα απόφαση μετακινεί λίγο ακόμη τα όρια ανάμεσα στο δικαίωμα, την απληστία και την ηθική.

Το παιχνίδι ξεκινά από τη στιγμή που ο Μπέκετ συνειδητοποιεί πως ο μόνος τρόπος να πάρει πίσω όσα θεωρεί ότι του ανήκουν είναι να συγκρουστεί με έναν κόσμο που ζει σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες. Η γενιά των εκατομμυριούχων κατοικεί σε έναν διαφορετικό πλανήτη, προστατευμένη πίσω από την ισχύ του χρήματος και την πεποίθηση ότι τίποτε δεν μπορεί να διαταράξει την καθημερινότητά της. Απέναντί τους στέκεται ένας άνθρωπος που έχει χάσει κάθε θέση μέσα σε αυτή την κοινωνική πυραμίδα, χωρίς όμως να έχει πάψει να πιστεύει πως η πραγματική του ταυτότητα βρίσκεται ακόμη εκεί.

Έτσι ξεκινά ένα ταξίδι που θυμίζει περισσότερο «κοινωνική εκκαθάριση» παρά μια απλή εγκληματική επιχείρηση. Με όποιο κόστος, με όποια κομπίνα, ο στόχος παραμένει αμετακίνητος. Ο Φορντ παρακολουθεί τον ήρωά του να προχωρά βήμα προς βήμα με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία, άλλοτε έχοντας σύμμαχο την τύχη και άλλοτε την οξυδέρκεια και την προνοητικότητά του. Κάθε κίνηση μοιάζει μελετημένη, κάθε λεπτομέρεια έχει τον λόγο ύπαρξής της και κάθε νέο εμπόδιο μετατρέπεται σε αφορμή για μια ακόμη πιο ευρηματική λύση.

Κάπου εδώ ο Φορντ στήνει τη μεγαλύτερη παγίδα της ταινίας. Ο θεατής γνωρίζει πολύ καλά ότι ο Μπέκετ δεν αποτελεί ηθικό πρότυπο. Οι επιλογές του είναι ακραίες, ο στόχος του βάφεται διαρκώς με όλο και περισσότερο αίμα και κάθε νέο βήμα τον απομακρύνει από κάθε έννοια νομιμότητας. Κι όμως, η ταύτιση όχι μόνο παραμένει ζωντανή αλλά γίνεται ολοένα και ισχυρότερη.

Εδώ βρίσκεται η γλύκα του κινηματογράφου. Η ταύτιση. Ο πλούσιος μοιάζει ο κακός. Ο διεκδικητής αποδεικνύεται ακόμη πιο επικίνδυνος. Ανάμεσα στους δύο όμως ο θεατής καλείται να επιλέξει πλευρά. Και όσο πιο δύσκολη γίνεται αυτή η εξίσωση, τόσο μεγαλύτερη είναι η ικανοποίηση όταν ο σκηνοθέτης κατορθώνει να πετύχει την ταύτιση. Ο Φορντ πετυχαίνει κάτι πολύ πιο απαιτητικό. Κατορθώνει να κρατήσει ζωντανή την ταύτιση με έναν άνθρωπο που, σχεδόν από την πρώτη στιγμή, έχει επιλέξει τον δρόμο του εγκλήματος.

Η επιτυχία του Φορντ οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στον τρόπο με τον οποίο οργανώνει τον αφηγηματικό του μηχανισμό. Οι λεπτομέρειες που φυτεύει από τα πρώτα κιόλας λεπτά επιστρέφουν αργότερα με καθοριστικό ρόλο, ενώ η καθημερινότητα του Μπέκετ εξελίσσεται παράλληλα με το σχέδιο που εκτελείται αθόρυβα στο παρασκήνιο. Στην πορεία, καμία λεπτομέρεια δεν μοιάζει πραγματικά τυχαία.

Το οικογενειακό δέντρο λειτουργεί σχεδόν σαν χάρτης της αφήγησης. Οι τεθλασμένες που ενώνουν τα πορτρέτα των συγγενών αλλάζουν διαρκώς κατεύθυνση, καθώς κάθε νέα απώλεια αναδιαμορφώνει τη γεωμετρία του. Ο Φορντ μετατρέπει μια φαινομενικά στατική εικόνα σε ζωντανό εργαλείο, όπου κάθε μεταβολή φέρνει τον Μπέκετ ένα βήμα πιο κοντά στον τελικό του στόχο.

Ο Γκλεν Πάουελ συναντά τον Μπέκετ ίσως τον πιο ταιριαστό ρόλο της μέχρι τώρα καριέρας του. Χαρισματικός, ατακαδόρος, υπομονετικός και διαρκώς ένα βήμα μπροστά από τους υπόλοιπους, συνθέτει έναν ήρωα κομμένο και ραμμένο πάνω στις απαιτήσεις του σεναρίου. Ο Έντ Χάρις εμφανίζεται για λίγο, όμως επιβεβαιώνει για ακόμη μία φορά πως υπάρχουν ηθοποιοί που μπορούν να απογειώσουν ακόμη περισσότερο μια ταινία χωρίς να χρειάζονται μεγάλη διάρκεια στην οθόνη. Η παρουσία του είναι σύντομη, αλλά απολύτως ουσιαστική.

Ναι, μου άρεσε η ταινία. Μου άρεσε η διεκδίκηση. Μου άρεσε το πάθος της επιμονής. Μου άρεσε το εύπλαστο όριο της ηθικής. Μου άρεσε η επικαλυμμένη αυτοδικία. Μου άρεσε το θέατρο του παραλόγου που χτίζεται σε κάθε νέο βήμα προς τον στόχο. Μου άρεσε ο τρόπος με τον οποίο η τύχη και η μεθοδικότητα εναλλάσσονται διαρκώς χωρίς ποτέ να ακυρώνει η μία την άλλη. Μου άρεσε η σκηνοθεσία. Μου άρεσε το σενάριο. Μου άρεσε το μοντάζ. Μου άρεσε που η ταινία δεν χάνει ποτέ το χιούμορ της, ακόμη και στις πιο σκοτεινές στιγμές της. Μου άρεσε όμως περισσότερο ο τρόπος με τον οποίο ο Φορντ μετατρέπει έναν άνθρωπο που κυνηγά με εμμονή τον στόχο του σε έναν ήρωα που, παρά τις πράξεις του, διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Ασήμαντοι άνθρωποι, συνοριακοί δορυφόροι του ήρωα, αποδεικνύονται πολλές φορές τα πραγματικά κλειδιά του παραδείσου. Εκείνοι που βρίσκονται διαρκώς στο περιθώριο της ιστορίας είναι συχνά οι μόνοι που μπορούν να αλλάξουν την εξέλιξή της.

Αλλά μεταξύ μας, πάντα ήμουν της άποψης ότι ο Παράδεισος ανοίγει με αντικλείδι…

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module