ΘΑ Σ' ΑΓΑΠΩ ΤΟΝ ΝΟΕΜΒΡΗ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Οι ερωτικές σχέσεις διανύουν διαφορετικά στάδια της ίδιας διαδρομής. Άλλες γεννιούνται μέσα στον ενθουσιασμό της ανακάλυψης, άλλες προσπαθούν να επιβιώσουν από τις φθορές του χρόνου και των εσωτερικών αντιθέσεων και άλλες παραμένουν εγκλωβισμένες στο παρελθόν αναζητώντας τις αιτίες της αποτυχίας. Το «Θα σ’ αγαπώ τον Νοέμβρη» του Σωτήρη Σταμάτη επιχειρεί να παρατηρήσει και τις τρεις αυτές καταστάσεις μέσα από ισάριθμες ιστορίες που εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια μιας νύχτας στη Θεσσαλονίκη.

Το πρώτο ζευγάρι βρίσκεται αντιμέτωπο με την εξάντληση μιας σχέσης που μοιάζει να έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της. Εκείνη δείχνει αποφασισμένη να προχωρήσει παρακάτω, έχοντας ήδη στραφεί προς μια νέα πραγματικότητα. Εκείνος παραμένει εγκλωβισμένος σε μια κατάσταση που αδυνατεί ακόμη να εγκαταλείψει. Το δεύτερο ζευγάρι κουβαλά τη σφραγίδα του χωρισμού που έχει ήδη συμβεί. Οι συζητήσεις τους θυμίζουν έναν διαρκή απολογισμό όσων προηγήθηκαν, μια προσπάθεια κατανόησης των λαθών, των παραλείψεων και των μικρών ρηγμάτων που οδήγησαν στη διάλυση της σχέσης. Το τρίτο ζευγάρι βρίσκεται στην αφετηρία της ίδιας διαδρομής. Στο στάδιο όπου η γνωριμία συνοδεύεται από τη φυσική ανάγκη να παρουσιάσουμε την καλύτερη εκδοχή του εαυτού μας και όπου το ξημέρωμα αντιμετωπίζεται σαν μια ανεπιθύμητη διακοπή της νύχτας.

Σε μια σπονδυλωτή ταινία η αφηγηματική συνοχή αποτελεί πάντοτε το μεγάλο ζητούμενο. Ο Σταμάτης την αναζητά κυρίως μέσα από τη θεματική συγγένεια των ιστοριών του. Η φθορά, ο απολογισμός μιας αποτυχίας και η γέννηση μιας νέας γνωριμίας συνθέτουν τρεις διαφορετικές στιγμές στην πορεία μιας σχέσης.

Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία παίζει και η Θεσσαλονίκη. Η πλατεία Αριστοτέλους μοιάζει με αποθετήριο σκέψεων και εξομολογήσεων. Έναν χώρο που φαίνεται να έχει ακούσει αμέτρητες ιστορίες πριν από αυτές που παρακολουθούμε στην ταινία και να περιμένει υπομονετικά τις επόμενες. Τα Κάστρα φιλοξενούν τις πιο εύθραυστες στιγμές της γνωριμίας, εκεί όπου οι άνθρωποι αφήνουν τη φαντασία να συμπληρώσει όσα ακόμη κρύβει επιμελώς ο ένας από τον άλλον. Όσο η νύχτα προχωρά, οι άμυνες χαλαρώνουν και οι εξομολογήσεις αποκτούν μεγαλύτερη ειλικρίνεια. Το πρωί μοιάζει να αποδυναμώνει τον εγωισμό και να επιτρέπει στα πρόσωπα να εμφανιστούν λίγο πιο κοντά στην πραγματική τους μορφή.

Η σκηνοθετική προσέγγιση παραπέμπει συχνά σε θεατρική κατασκευή. Οι διάλογοι διατηρούν μια απλότητα που κατά στιγμές περιορίζει τη φυσικότητα των συζητήσεων. Η ίδια επιλογή επιτρέπει παράλληλα στην ταινία να παραμείνει προσβάσιμη και να επικεντρωθεί στους χαρακτήρες της χωρίς περιττές αφηγηματικές επιδείξεις.

Οι ιστορίες που αφηγείται το ένα ζευγάρι μοιάζουν συχνά να περιγράφουν τη ζωή των άλλων δύο και να στέλνουν τα δικά τους σήματα μορς. Το νέο ζευγάρι προτείνει λύσεις που οι υπόλοιποι έχουν ήδη δοκιμάσει, το χωρισμένο αναγνωρίζει λάθη που το άλλο ζευγάρι εξακολουθεί να επαναλαμβάνει και το ζευγάρι που βρίσκεται σε κρίση μοιάζει να επιβεβαιώνει όσα οι άλλοι προσπαθούν να εξηγήσουν. Εκεί βρίσκεται και το πιο ενδιαφέρον εύρημα της ταινίας. Στην αίσθηση ότι οι τρεις ιστορίες λειτουργούν ως συγκοινωνούντα δοχεία, μεταφέροντας διαρκώς σκέψεις, αμφιβολίες και συμπεράσματα από τη μία σχέση στην άλλη.

Το «Θα σ’ αγαπώ τον Νοέμβρη» δεν διεκδικεί τον τίτλο της κινηματογραφικής αποκάλυψης. Πρόκειται όμως για μια συμπαθή, ειλικρινή προσπάθεια καταγραφής των διαφορετικών όψεων μιας σχέσης. Εκεί όπου ο έρωτας γεννιέται, δοκιμάζεται, φθείρεται και αναζητά εκ νέου τον εαυτό του μέσα από ανθρώπους που προσπαθούν να καταλάβουν τι ζητούν από τον άλλον και τι είναι τελικά διατεθειμένοι να προσφέρουν οι ίδιοι.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module