Κάθε νέα ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ αποτελεί από μόνη της ένα ξεχωριστό κινηματογραφικό γεγονός. Εδώ και κάτι παραπάνω από μισό αιώνα βρίσκεται ανάμεσα στους ανθρώπους που διαμόρφωσαν όσο λίγοι τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε, καταναλώνουμε και ονειρευόμαστε το σινεμά. Η παρουσία του πίσω από την κάμερα αρκεί από μόνη της για να δημιουργήσει προσδοκίες. Και όταν ο Σπίλμπεργκ κατεβαίνει στο τερέν, αυτές είναι πάντοτε τεράστιες. Συνήθως και δικαιολογημένα.
Η φιλμογραφία του μοιάζει με συνοπτική ιστορία του σύγχρονου κινηματογράφου. Από τα «Σαγόνια του Καρχαρία» και τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» μέχρι τον «Ε.Τ.», τη σειρά του «Ιντιάνα Τζόουνς», τη «Λίστα του Σίντλερ» και τη «Διάσωση του Στρατιώτη Ράιαν», ο Σπίλμπεργκ κατάφερε να ισορροπήσει όσο λίγοι ανάμεσα στον κινηματογράφο-θέαμα και στις μεγάλες ανθρώπινες ιστορίες. Στο ίδιο ακριβώς σταυροδρόμι συναντάμε και το «Μέρα Αποκάλυψης». Γιατί πίσω από τα διαστημόπλοια, τα μυστικά αρχεία, τις κυβερνητικές συνωμοσίες και τις θεωρίες συγκάλυψης, η νέα του ταινία εστιάζει σε ένα ερώτημα πολύ πιο ουσιαστικό. Για τη σχέση του ανθρώπου με την αλήθεια. Για το δικαίωμα μιας κοινωνίας να γνωρίζει. Για τον τρόπο με τον οποίο κυβερνήσεις, στρατιωτικοί μηχανισμοί, θρησκευτικοί θεσμοί και μέσα ενημέρωσης διαχειρίζονται πληροφορίες ικανές να αλλάξουν οριστικά την εικόνα που έχουμε για τον κόσμο.
Στο κέντρο αυτής της ιστορίας βρίσκεται η Έμιλι Μπλαντ σε μία από τις πιο ώριμες και ολοκληρωμένες ερμηνείες της. Καταφέρνει να λειτουργήσει ως ανθρώπινη πυξίδα μέσα σε μια αφήγηση γεμάτη μυστήριο, αβεβαιότητα και προεκτάσεις που αγγίζουν το ίδιο το σύμπαν. Σε μια ταινία που θα μπορούσε εύκολα να χαθεί μέσα στο θέαμα, η παρουσία της διατηρεί διαρκώς το ανθρώπινο μέτρο. Δίπλα της βρίσκεται και ένας από τους σημαντικότερους συνοδοιπόρους της κινηματογραφικής διαδρομής του Σπίλμπεργκ. Ο Τζον Γουίλιαμς, που στα 94 του χρόνια εξακολουθεί να συνθέτει μουσική με αξιοθαύμαστη καθαρότητα σκέψης και δραματουργική ακρίβεια. Αν βρεθεί για ακόμη μία φορά ανάμεσα στις υποψηφιότητες των Όσκαρ, αυτό δεν θα οφείλεται ούτε στο όνομά του ούτε στη μυθική πλέον διαδρομή του. Θα οφείλεται στο γεγονός ότι εξακολουθεί να υπηρετεί το άλλο μισό της εικόνας με τον ίδιο επαγγελματισμό και την ίδια δημιουργική φρεσκάδα που χαρακτήρισαν τις κορυφαίες στιγμές της πορείας του.
Οι σκηνές δράσης υπενθυμίζουν γιατί ο Σπίλμπεργκ θεωρείται διαχρονικά ένας από τους σημαντικότερους αφηγητές του κινηματογραφικού χώρου. Η δράση στις ταινίες του ίσως να μην αποτελεί αυτοσκοπό. Κάθε καταδίωξη, κάθε αποκάλυψη, κάθε στιγμή αγωνίας υπηρετεί τη δραματουργία και τους χαρακτήρες. Η γεωγραφία του χώρου παραμένει πάντοτε ξεκάθαρη, η ένταση χτίζεται σταδιακά και η κάμερα γνωρίζει ακριβώς πότε να αποκαλύψει και πότε να αποκρύψει.
Οι εξωγήινοι της νέας του ταινίας «Μέρα Αποκάλυψης» μοιάζουν με μακρινούς συγγενείς εκείνων που συναντήσαμε στον «Ε.Τ.». Ο Σπίλμπεργκ εξακολουθεί να αντιμετωπίζει το άγνωστο με περιέργεια και θαυμασμό και όχι απαραίτητα ως πεδίο απειλής ή τρόμου. Και ακριβώς εκεί η ταινία αρχίζει να συνομιλεί ανοιχτά με τις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου». Σχεδόν πενήντα χρόνια μετά, ο σκηνοθέτης επιστρέφει σε θεματικές που τον απασχολούν από την αρχή της καριέρας του. Τη δυνατότητα επικοινωνίας με το άγνωστο. Την ανθρώπινη περιέργεια. Τη θέση μας μέσα στο σύμπαν. Το ερώτημα δεν είναι πλέον αν είμαστε μόνοι. Το πραγματικό ερώτημα αφορά στο τι θα συμβεί όταν μια αλήθεια που για δεκαετίες τρεφόταν από εικασίες, φήμες και θεωρίες συνωμοσίας μετατραπεί ξαφνικά σε κοινή γνώση.
Σε αυτό το σημείο αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον οι πολιτικές και κοινωνικές προεκτάσεις της ταινίας. Για δεκαετίες ολόκληρες διάφοροι πρόεδροι των Ηνωμένων Πολιτειών υποσχέθηκαν προεκλογικά τη δημοσιοποίηση απόρρητων αρχείων γύρω από το ζήτημα των UFO και της πιθανής εξωγήινης ζωής, όμως κανένας δεν το έκανε. Ο Σπίλμπεργκ αξιοποιεί αυτή τη συλλογική εμμονή χωρίς να εγκλωβίζεται σε θεωρίες συνωμοσίας. Το ενδιαφέρον του βρίσκεται κυρίως στις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει μια τέτοια αποκάλυψη. Και οι συνέπειες αυτές δεν περιορίζονται στην πολιτική ή στην επιστήμη. Σε αρκετές στιγμές ο Σπίλμπεργκ μοιάζει να καυτηριάζει και τον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες κοινωνίες καταναλώνουν την πληροφορία. Αυτή τη φορά δεν προνοεί. Καυτηριάζει. Η μεγαλύτερη ίσως αποκάλυψη στην ιστορία της ανθρωπότητας μεταδίδεται ζωντανά σε ολόκληρο τον πλανήτη. Εκατομμύρια άνθρωποι παρακολουθούν το ίδιο γεγονός την ίδια στιγμή. Κι όμως, οι περισσότεροι το βιώνουν μόνοι, πίσω από την οθόνη μιας τηλεόρασης ή ενός κινητού τηλεφώνου. Στις «Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου» οι άνθρωποι σήκωναν το βλέμμα προς τον ουρανό αναζητώντας απαντήσεις. Στη «Μέρα Αποκάλυψης» ο ουρανός μοιάζει να έχει κατέβει ο ίδιος στα χέρια τους μέσα από οθόνες, δέκτες και κινητά τηλέφωνα.
Όμως εξίσου ενδιαφέρουσα είναι και η παρουσία της Εκκλησίας μέσα στην αφήγηση. Για αιώνες ο άνθρωπος τοποθετούσε τον εαυτό του στο κέντρο της δημιουργίας. Η πιθανότητα ύπαρξης άλλων μορφών νοήμονος ζωής αποτελεί επιστημονικό ερώτημα, πολιτισμική πρόκληση και φιλοσοφικό στοχασμό ταυτόχρονα. Η ταινία προσεγγίζει το θέμα με αξιοσημείωτη ψυχραιμία, αναγνωρίζοντας ότι μια τέτοια αποκάλυψη θα επηρέαζε αναπόφευκτα πολλές από τις βεβαιότητες πάνω στις οποίες οικοδομήθηκαν κοινωνίες, θρησκείες και πολιτισμοί. Γιατί από τη στιγμή που ο άνθρωπος παύει να είναι ο μοναδικός νοήμων κάτοικος του σύμπαντος, επανεξετάζεται αναγκαστικά τόσο η ίδια η θέση του μέσα σε αυτό όσο και ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβάνεται τη δημιουργία, τον δημιουργό και την ιδέα του «καθ’ εικόνα και ομοίωση».
Ο αιώνια έφηβος Σπίλμπεργκ αρνείται να προσφέρει την αναμενόμενη λύση. Επιλέγει να αφήσει το κοινό μόνο του απέναντι στις συνέπειες της αποκάλυψης. Η συζήτηση συνεχίζεται έξω από την αίθουσα, μέσα στο αυτοκίνητο της επιστροφής, στο μπαρ, στο σπίτι, στις συζητήσεις των επόμενων ημερών.
Τι λιγότερο θα μπορούσε να περιμένει κανείς από τον άνθρωπο που κατάφερε να κρατήσει εκατοντάδες χιλιάδες θεατές έξω από τη θάλασσα μετά τα «Σαγόνια του Καρχαρία»; Σχεδόν πενήντα χρόνια αργότερα επιστρέφει για να μας κάνει να σηκώσουμε ξανά το βλέμμα προς τον ουρανό και να αναρωτηθούμε τι μπορεί να κρύβεται εκεί έξω…
Κώστας Κωνσταντινίδης
