ΞΕΝΟΣ, Ο - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Λίγα μυθιστορήματα κατάφεραν να αφήσουν τόσο βαθύ το αποτύπωμά τους στην παγκόσμια λογοτεχνία όσο ο «Ξένος» του Αλμπέρ Καμί. Ένα έργο που ξεπέρασε προ πολλού τα όρια της εποχής του και μετατράπηκε σε σημείο αναφοράς για τη φιλοσοφία του παραλόγου, την ανθρώπινη μοναξιά και τη σύγκρουση ανάμεσα στο άτομο και τους μηχανισμούς της κοινωνίας. Ο Φρανσουά Οζόν αναλαμβάνει το δύσκολο εγχείρημα να μεταφέρει στον κινηματογράφο ένα από τα πλέον εμβληματικά λογοτεχνικά κείμενα του 20ού αιώνα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι η μεγαλύτερη πρόκληση βρίσκεται στην κινηματογράφηση ενός χαρακτήρα που αρνείται πεισματικά να εξηγήσει τον εαυτό του και έπειτα στην αναπαράσταση των γεγονότων.

Ο Οζόν, σκηνοθέτης με μακρά και ιδιαίτερα πλούσια διαδρομή στον ευρωπαϊκό κινηματογράφο, δείχνει από τα πρώτα κιόλας λεπτά πως γνωρίζει ακριβώς το έδαφος πάνω στο οποίο βαδίζει. Ένα σύνθημα του Μετώπου Απελευθέρωσης της Αλγερίας γραμμένο σε τοίχο. Μια ομάδα ανθρώπων που κρατά πανό με τη φράση «Είμαστε Γάλλοι. Ζήτω η Γαλλία». Ένα μακρινό πλάνο στην είσοδο της φυλακής Μπαρμπαρόσα. Τρεις εικόνες που συνορεύουν στο μοντάζ και αρκούν για να σκιαγραφήσουν το αποικιοκρατικό και πολιτικό κλίμα της εποχής χωρίς ίχνος διδακτισμού. Δεν χρειάζονται μακροσκελείς αναλύσεις όταν ο κινηματογράφος γνωρίζει να αφηγείται μέσα από τις εικόνες του.

Η σκηνογραφία, η ενδυματολογία και η ασπρόμαυρη φωτογραφία λειτουργούν υποδειγματικά προς την ίδια κατεύθυνση. Ο Οζόν ανασυνθέτει με αξιοθαύμαστη ακρίβεια την Αλγερία της εποχής, μετατρέποντας κάθε δρόμο, κάθε εσωτερικό χώρο και κάθε γωνιά της πόλης σε ενεργό κομμάτι της αφήγησης. Τα μεγάλα περιγραφικά πλάνα, η αίσθηση της ζέστης, οι άδειοι δρόμοι, η θάλασσα και το εκτυφλωτικό φως δημιουργούν ένα σύμπαν μέσα στο οποίο ο Μερσό περιφέρεται αθόρυβα, σαν να αποταμιεύει εικόνες για μια χρήση που ούτε ο ίδιος γνωρίζει ακόμη.

Ο φακός του Οζόν γίνεται σχεδόν φίλος του Μερσό ακολουθώντας τον διαρκώς, αναζητώντας κάθε ανεπαίσθητη μεταβολή στο πρόσωπό του. Εκείνος παραμένει μοναχικός, αινιγματικός και εξαιρετικά λακωνικός στις εκφράσεις του. Ποτέ δεν γνωρίζουμε πραγματικά τι αισθάνεται. Εκείνο που γνωρίζουμε είναι πως αρνείται πεισματικά να πει όσα οι άλλοι περιμένουν να ακούσουν. Ακόμη κι όταν η ειλικρίνειά του γίνεται δυσάρεστη για τους γύρω του ή καταστροφική για τον ίδιο. Ούτε καν η σχέση του με τη Μαρί μοιάζει ικανή να μεταβάλει αυτή του τη στάση. Ο Μερσό είναι ένας χαρακτήρας που κινείται έξω από τις κοινωνικές συμβάσεις, αδιαφορώντας για τους ρόλους και τις συναισθηματικές βεβαιότητες που οι περισσότεροι θεωρούν αυτονόητες. Ο Μπενζαμέν Βουαζέν μοιάζει να έχει εντρυφήσει σε κάθε πτυχή αυτού του σύνθετου ήρωα, αποδίδοντας με αξιοθαύμαστη ακρίβεια τη σιωπή, την αποστασιοποίηση και την αμηχανία που τον συνοδεύουν.

Η ταινία αναπτύσσεται με αργό και μεθοδικό ρυθμό, αφιερώνοντας χρόνο τόσο στους χαρακτήρες όσο και στο περιβάλλον που τους υποδέχεται, ενώ οι δραματικές εξάρσεις είναι περιορισμένες. Είναι φανερό ότι το ενδιαφέρον του Οζόν στρέφεται περισσότερο στην παρατήρηση και λιγότερο στην ένταση. Η αφήγηση κινείται ανάμεσα στο παρόν και στις αναδρομές, χωρίς να χάνει ούτε στάλα από τον σεβασμό που ο σκηνοθέτης δείχνει απέναντι στο έργο του Καμί και στη φιλοσοφική του διάσταση. Την ίδια στιγμή, η ασπρόμαυρη φωτογραφία λειτουργεί σαν γέφυρα με την εποχή του βιβλίου, ενισχύοντας την αίσθηση πως ο Οζόν επιχειρεί να ανοίξει μια διαλογική συζήτηση με το έργο του Καμί και τη λογοτεχνική του κληρονομιά.

Και ύστερα έρχεται η στιγμή που καθορίζει τα πάντα. Μια στιγμή αρκεί για να αλλάξει ολόκληρη τη ζωή ενός ανθρώπου. Η πρώτη σφαίρα σκοτώνει. Οι τέσσερις επόμενες χάνονται μέσα σε ένα ήδη άψυχο σώμα, σαν να ανοίγουν τέσσερις διαφορετικές πόρτες προς τη δυστυχία. Από εκείνο το σημείο και έπειτα η ταινία μετατρέπεται σταδιακά σε κάτι πολύ μεγαλύτερο από μια ιστορία εγκλήματος. Η πράξη έχει ήδη συντελεστεί. Εκείνο που ακολουθεί είναι η προσπάθεια μιας ολόκληρης κοινωνίας να της αποδώσει το νόημα που έχει ανάγκη.

Η περίφημη δίκη του Μερσό αποτελεί ίσως το πιο συναρπαστικό τμήμα του βιβλίου αλλά και της κινηματογραφικής του μεταφοράς από τον Φρανσουά Οζόν. Εκεί ο Καμί αποκαλύπτει ολόκληρο τον μηχανισμό του παραλόγου. Ο Μερσό δικάζεται για τη σχέση του με τη μητέρα του και κυρίως για την απουσία πένθους την ώρα της κηδείας της, πολύ περισσότερο απ' όσο δικάζεται για τον ίδιο τον φόνο. Η κοινωνία που τον κρίνει αδυνατεί να συγχωρήσει το γεγονός ότι δεν έκλαψε αρκετά, ότι δεν συμπεριφέρθηκε όπως όφειλε και ότι αρνήθηκε να υιοθετήσει το συναισθηματικό προσωπείο που περίμεναν οι άλλοι από εκείνον. Η δικαστική αίθουσα μετατρέπεται σταδιακά σε χώρο ηθικής αξιολόγησης ενός ανθρώπου που αρνείται να υποκριθεί συναισθήματα τα οποία δεν αισθάνεται.

Ακόμη και ο νεκρός Άραβας μοιάζει να περνά σε δεύτερο πλάνο. Χρειάζεται να φτάσουμε σχεδόν στους τίτλους τέλους για να αποκτήσει όνομα και οικογενειακή υπόσταση. Μια επιλογή που λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπενθύμιση της αποικιοκρατικής πραγματικότητας και ως σχόλιο πάνω στην ίδια τη λειτουργία της δικαιοσύνης μέσα στο σύμπαν του Καμί.

Η τελική συνάντηση του Μερσό με τον ιερέα συμπυκνώνει ίσως ολόκληρο το φιλοσοφικό βάρος του έργου. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο λόγος του Θεού. Από την άλλη η λογική, η αμφιβολία και η άρνηση του ήρωα να αναζητήσει παρηγοριά σε μεταφυσικές εξηγήσεις. Πρόκειται για μία από τις ελάχιστες στιγμές κατά τις οποίες ο Μερσό χάνει την ψυχραιμία του και επιτρέπει στον εσωτερικό του κόσμο να βγει στην επιφάνεια. Ο άνθρωπος που μέχρι τότε έμοιαζε σχεδόν απρόσιτος γίνεται ξαφνικά γήινος, ευάλωτος και βαθιά ανθρώπινος. Ταυτόχρονα, η σκηνή αυτή παραμένει μία από τις σημαντικότερες σελίδες του Καμί που πέρασαν ποτέ από τη λογοτεχνία στη μεγάλη οθόνη.

Το βέβαιο είναι ότι ο Οζόν προσεγγίζει τον «Ξένο» με σεβασμό, μέτρο και βαθιά κατανόηση του υλικού του. Το αποτέλεσμα είναι μια αργή, απαιτητική και συχνά αυστηρή ταινία που αρνείται να χαϊδέψει τον θεατή. Ακριβώς όπως και το ίδιο το βιβλίο του Καμί..

Ογδόντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, ο «Ξένος» εξακολουθεί να προκαλεί την ίδια αμηχανία. Η ιστορία του Μερσό παραμένει μια διαρκής υπενθύμιση ότι οι κοινωνίες συγχωρούν πολύ ευκολότερα ένα έγκλημα από έναν άνθρωπο που αρνείται να φορέσει το προσωπείο που του επιβάλλουν. Και ίσως εκεί να βρίσκεται η πραγματική διαχρονικότητα του έργου του Καμί.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module