Στις «Μικρές Ανάσες», η Λένα δεν εγκλωβίζεται από έναν απαγορευμένο έρωτα- που όπως εξελίσσεται η ταινία θα μπορούσε να είναι απαγορευμένος- αλλά από την καθημερινή μάχη της επιβίωσης. Η δουλειά στο σούπερ μάρκετ, το ασφυκτικό πατρικό σπίτι, η οικονομική ανασφάλεια και μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη σχηματίζουν γύρω της έναν κλοιό. Ο πατέρας του παιδιού, συνάδελφός της, αρνείται να αναλάβει τις ευθύνες του, ενώ οι περισσότεροι αντρικοί χαρακτήρες παρουσιάζονται ως φορείς πίεσης, εκμετάλλευσης ή ωμού συμφέροντος. Ιδίως ο χαρακτήρας που υποδύεται ο Αντώνης Τσιοτσιόπουλος- του τεμπέλη πατέρα της- με την πρόθεση να εμπλακεί ακόμη και σε λύσεις τύπου ανάδοχης οικογένειας χωρίς ουσιαστικά να ακούσει τη Λένα, δίνει στην ταινία μια κυνική διάσταση.
Και οι δύο ταινίες έχουν στιγμές ουσιαστικής σκηνοθετικής ευστοχίας και ερμηνευτικής αλήθειας. Η «Αρκουδότρυπα» κερδίζει όταν αφήνει το τοπίο να μιλήσει σαν τρίτος χαρακτήρας. Τα παραδοσιακά ακούσματα, το βουνό, η σπηλιά, η πεζοπορία, όλα γίνονται εικόνες ενός φόβου που δεν μπορεί πια να αποφεύγεται. Οι «Μικρές Ανάσες» είναι πιο άμεσες, πιο κοινωνικές, πιο αστικές· βρίσκουν δύναμη στις μικρές καθημερινές ταπεινώσεις, στη βία της εργασιακής επισφάλειας, στη νεανική κόπωση πριν καν η ζωή προλάβει να ανοίξει.
Από την άλλη και οι δύο ταινίες κουβαλούν μια τάση υπερφόρτωσης. Θέλουν να τα βάλουν όλα μέσα, την επαρχία, την πόλη, την πατριαρχία, την εγκυμοσύνη, την οικονομική ασφυξία, τη σεξουαλική ταυτότητα, την οικογένεια, τη φυγή, την επιβίωση. Στην «Αρκουδότρυπα», η εικόνα του αστυνομικού συντρόφου και της πεθεράς που αφήνει τη νεαρή γυναίκα να πεινά μέχρι να έρθει ο άντρας του σπιτιού για να φάνε όλοι μαζί, αγγίζει τα όρια της σχηματοποίησης. Στις «Μικρές Ανάσες», η σχεδόν καθολικά αρνητική παρουσία των αντρικών χαρακτήρων —με εξαίρεση τον γκέι φίλο και συνάδελφο της Λένας που της συμπαραστέκεται— οδηγεί κάποιες στιγμές την ταινία στο να μας υποδείξει ποιος συνήθως φταίει. Και εδώ η σχηματοποίηση εξελίσσεται σε καθοριστικό στοιχείο της αφήγησης.
Κι όμως, αυτή η υπερβολή δεν ακυρώνει πλήρως τις ταινίες. Αντιθέτως, φανερώνει και την αγωνία τους. Η ελληνική κοινωνία εξακολουθεί να γεννά κλειστούς χώρους, χωριά όπου η επιθυμία ντρέπεται να υπάρξει, πόλεις όπου η ανεξαρτησία γίνεται πολυτέλεια, σπίτια και δουλειές που αντί να προστατεύουν, πιέζουν. Η «Αρκουδότρυπα» και οι «Μικρές Ανάσες» δεν είναι από αυτές τις ταινίες που γενναία μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι τα θετικά στοιχεία υπερτερούν. Όμως έχουν κάτι που δεν μπορεί κάποιος ούτε να αδιαφορήσει. Δύο ανήσυχες ελληνικές ματιές πάνω σε μια γενιά που ζητά χώρο, σώμα, επιλογή και μέλλον.
Ιάκωβος Γωγάκης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα screeneye.gr
