ΧΡΗΣΙΜΑ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ - Βασίλης Μάλτας

 

Τα χρήσιμα και τα επικίνδυνα, προσωπικά και συλλογικά φαντάσματα που διατηρούν ζωντανή την ιστορική μνήμη

Μία ηλεκτρική σκούπα αποφασίζει να διανυκτερεύσει στο νοσοκομείο περιμένοντας την έναρξη του επισκεπτηρίου ώστε να επισκεφτεί τον σύζυγό της που πενθεί την απώλειά της: ο σύζυγός της είναι άνθρωπος- και η νεκρή γυναίκα, η Νατ, έχει μετενσαρκωθεί στην ηλεκτρική σκούπα! Παρά το ότι η Νατ είναι πλέον φάντασμα, ο Μαρτς ξανανιώθει ευτυχισμένος κι ο υπερφυσικός, πλέον, έρωτάς του δεν σβήνει ούτε από τα ηλεκτροσόκ ούτε από τους εξορκισμούς στα οποία τον υποβάλλει η μητέρα του, τόσο για να πάψει να είναι ερωτευμένος με μια σκούπα όσο και για να ξεχαστεί η ευθύνη της για τον πρόωρο θάνατο της Νατ από την παρατεταμένη έκθεση σε σκόνη στο εργοστάσιό της. Όσο η μετενσαρκωμένη Νατ θα θυμίζει τη γνώριμη τρυφερή, δοτική και συγχωρητική Νατ, ο έρωτάς τους θα σπάει το φράγμα του χρόνου και το φάντασμά της δεν θα κινδυνεύει με οριστική επιστροφή στον κόσμο των ξεχασμένων νεκρών, των αμετάκλητα θανόντων. Αν, όμως, αν το φάντασμά της ζούσε μια άλλη ζωή από την καταγραμμένη στη μνήμη του Μαρτς, αυτονομομούμενο από την ανάμνηση τής εαυτής της όσο ήταν ζωντανή;

Μια άλλη ηλεκτρική σκούπα βήχει επίμονα διακόπτοντας τον ύπνο του νεαρού αγοραστή της- του οποίου το όνομα δεν θα μάθουμε παρά μόνο ότι αυτοπροσδιορίζεται ως «Academic ladyboy», μια έκφραση για τους ομοφυλόφιλους στην Ταϊλάνδη (όπου η αντιμετώπισή τους είναι χαρακτηριστική στην περίπτωση του  ομοφυλόφιλου αδελφού του Μαρτς που είχε υποβληθεί σε “θεραπευτικά” ηλεκτροσόκ- τα οποία διακόπηκαν όταν η δουλειά του έγινε προσοδοφόρα και ο ίδιος, κοινωνικά αποδεκτός πια: «Στην Ταϊλάνδη, γίνεσαι αγαπητός ή αποδεκτός όσο είσαι παραγωγικός ή χρήσιμος» , δηλώνει ο σκηνοθέτης). Αυτή η σκούπα βήχει ξερνώντας τη σκόνη που έχει κατακλύσει την περιοχή μετά το ξήλωμα και την- όχι ιδιαίτερα προσεκτική- μεταφορά κι αποθήκευση ενός ιστορικού μνημείου-συμβόλου κοινωνικών αγώνων ώστε στη θέση του να χτιστεί εμπορικό κέντρο: αποσύροντας ένα τοπόσημο συλλογικής μνήμης αγώνων διεκδίκησης ελευθερίας, δικαιωμάτων κι αξιοπρέπειας, κάθε εξουσία επανεγγράφει αναδρομικά την ιστορία, συχνότερα επιδιώκοντας τη χειραγώγηση των αμνημόνων πλέον πολιτών. Σ’ αυτήν τη σκούπα έχει μετενσαρκωθεί ένας εργάτης που πέθανε κι αυτός από παρατεταμένη έκθεση σε σκόνη στο εργοστάσιο της μητέρας του Μαρτς αλλά, σε αντίθεση με την χωρίς ταξική συνείδηση Νατ, το φάντασμά του επιδιώκει να αποτρέψει τη λήθη και να στοιχειώνει τόσο τη μητέρα του Μαρτς όσο και τους κρατικούς αξιωματούχους που εγκρίνουν την έκλυση τοξικών υποπροϊόντων από τις Ταϊλανδικές επιχειρήσεις. «Η σκόνη σημαίνει ανάπτυξη», ακούμε έναν κυβερνητικό αξιωματούχο να δηλώνει εμφατικά- κι ο σκηνοθέτης δηλώνει ότι πρόκειται περί σοβαρού προβλήματος στην Ταϊλάνδη: «Η μόλυνση από τη σκόνη πλήττει ολόκληρη τη χώρα. Κάθε χειμώνα, άνθρωποι αρρωσταίνουν απ’ αυτό», συμπληρώνοντας, «Η σκόνη δεν είναι μόνο αερομεταφερόμενα σωματίδια. Συμβολίζει, επιπλέον, τους ανθρώπους που στερούνται φωνής ή της δυνατότητας να ορίσουν τις ζωές τους». Η φασματική επιστροφή των νεκρών-θυμάτων της καπιταλιστικής ανάπτυξης ως σύμβολο, τόσο του φόβου της εξουσίας για την αποκάλυψη της παραχάραξης της ιστορικής μνήμης όσο και της ευθύνης των πολιτών για την άκριτη υιοθέτηση των κρατικών αφηγημάτων που ριζώνει στην απωθημένη αλήθεια για έναν ελλιπή εαυτό- κι ο οποίος εκτονώνει τον συσσωρευμένο θυμό γι’ αυτήν την κατάστασή του πάνω στους αδύναμους, στους φτωχούς, στους διαφορετικούς αντί πάνω στον καταπιεστή.

«Φαντάσματα είναι αυτά που δεν παραδίδονται στον θάνατο, που η επιστροφή τους είναι πράξη διαμαρτυρίας», εξηγεί ένα άλλο φάντασμα- επαναμορφοποιημένο ανθρώπινα ως οπτασία, σε μια κατάσταση όταν, όχι μόνο οι ζωντανοί εξακολουθούν να θυμούνται τους νεκρούς, επιπλέον οι ίδιοι οι νεκροί εξακολουθούν να θυμούνται τη ζωή τους. Θαρρείς ότι ο Μαρτς αντιδρώντας στα ηλεκτροσόκ, όχι μόνο υπερασπίζεται τον έρωτά του, επιπλέον αφυπνίζεται συνδέοντας την προσωπική του μνήμη με τη μνήμη της κοινότητας: διαβάζει ένα βιβλίο για την αιματηρή καταστολή τον Απρίλη του 2010 (με 23 νεκρούς και 800 τραυματίες) από την πραξικοπηματική κυβέρνηση της Ταϊλάνδης κατά των διαδηλωτών του μαζικού κινήματος των “Κόκκινων Πουκάμισων” που αγωνιζόταν κατά της εξουσίας των ελίτ και για τη Συνταγματική αποκατάσταση της λαϊκής κυριαρχίας. Καθώς οι προσωπικές μνήμες παράγονται μέσα σ’ ένα συγκεκριμένο κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο, η ανάμνηση της προσωπικής απώλειας  του Μαρτς συνδέεται με τη συλλογική ανάμνηση των απωλειών της κοινότητας , όχι μόνο των εργατών και των κατοίκων που πέθαναν από τη σκόνη, επιπλέον των διαδηλωτών και των αντιφρονούντων που θανατώθηκαν αντιδρώντας ενάντια στο αυταρχικό καθεστώς, όλων αυτών που «στερούνται φωνής ή δυνατότητας να ορίσουν τις ζωές τους». Και, όπως η Νατ, δεν διαβαίνουν οριστικά την πύλη της ανυπαρξίας παρά έχουν μια ενδιάμεση ζωή ως φαντάσματα, στοιχειώνοντας τις ζωές θυτών κι αυτουργών, διατηρώντας ζωντανή την ιστορική μνήμη. Όπως και οι ζωντανοί άνθρωποι, όμως, έτσι και τα φαντάσματα συχνά αλλάζουν- γιατί, αν και άυλα, κουβαλάνε πάντα το βάρος ενός εαυτού, ενός παρελθόντος: και είτε βαθαίνουν τη συνειδητότητά τους είτε προδίδουν τον εαυτό τους και τούς άλλους. Σε μια χώρα όπως η Ταϊλάνδη γεμάτη φαντάσματα, σε μια ολόκληρη ανθρωπότητα γεμάτη φαντάσματα, πότε ένα φάντασμα είναι “χρήσιμο”-  και, άραγε, για ποιους, για τους πολλούς ή τους λίγους; Πότε η χρησιμότητα χάνει την  ηθική της διάσταση; Πότε τα φαντάσματα παύουν να είναι προβολές του ασυνείδητου κι αποκτούν υπόσταση, πότε παύουν να είναι τρομακτικά και γίνονται οικεία ή αναγκαία υπενθυμίζοντας ανοιχτά προσωπικά και συλλογικά τραύματα, ωθώντας όχι πια στην κατανόηση του μεταφυσικού παρά στην κατανόηση του πραγματικού;

«Στην Ταϊλάνδη έχουμε πολλούς ρομαντικούς μύθους για την αγάπη ανάμεσα σε ανθρώπους και σε μη ανθρώπινες υπάρξεις, όπως φάντασμα, φίδι που μετατρέπεται σε άνθρωπο, δέντρο που αποκτά ανθρώπινη υπόσταση… κι όπου στο τέλος η κοινωνία απαγορεύει σε μια ανθρώπινη ύπαρξη και μια μη ανθρώπινη να είναι μαζί… Πάντα πίστευα ότι μια τέτοια απαγορευμένη σχέση έχει μια queer διάσταση καθώς φέρνει στον νου τα κοινωνικά εμπόδια που έχουν αντιμετωπίσει τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα…», δηλώνει ο Μπουνμπουντσατσόκε. Με απαράμιλλη αυτοπεποίθηση για πρώτη ταινία, σκηνοθετεί αναμειγνύοντας πολλά κινηματογραφικά είδη σε μια πρωτότυπη ταινία που είναι queer παραμύθι, μεταφυσικά ρομαντική ιστορία, πολιτικοκοινωνική αλληγορία, σουρρεαλιστική κωμωδία. Με στοχαστικότητα, Μπρεχτική αποστασιοποίηση (όπου συμβάλλουν οι στυλιζαρισμένες, ανέκφραστες ερμηνείες), παιχνιδιάρικα και με πάθος κατά της αδικίας και της περιθωριοποίησης (ναι, όλα αυτά μαζί κατορθώνει να συνταιριάξει σε ένα ιδιαίτερο, ενιαίο ύφος η σκηνοθεσία), η ταινία αναφέρεται στις συνέπειες της καπιταλιστικής ασυδοσίας, την ανάγκη προστασίας της ιστορικής μνήμης από σκόπιμους αναθεωρητισμούς, την ανάγκη του συλλογικού αγώνα ενάντια στην αυταρχική εξουσία, την αναζήτηση της ταυτότητας φύλου σ’ ένα καταπιεστικό κοινωνικό περιβάλλον, την ελευθερία του έρωτα που σπάει στερεότυπα, ταμπού, ανισότητες κι αποκλεισμούς. Και παρά μια σκηνοθετική επιδεικτικότητα, μια έλλειψη οικονομίας που δίνει μια μεγαλύτερη διάρκεια απ’ όσο θα θέλαμε και μια επαναληπτικότητα στις ρεαλιστικές μετενσαρκώσεις σε χρηστικά αντικείμενα (από σκούπες μέχρι ψυγεία!), αυτή η πολυεπίπεδη ταινία είναι μια συναρπαστική εμπειρία.

Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr

Smart Search Module