Το «Life in a Beat» της Αμερίσσας Μπάστα αναδύεται ως ένα διαπεραστικό κοινωνικό δράμα, τοποθετημένο στην καρδιά της σύγχρονης Αθήνας, προσφέροντας μια λιτή αλλά ισχυρή απεικόνιση της επιβίωσης και της αναζήτησης αυτονομίας σε ένα περιβάλλον οικονομικής και συναισθηματικής δυσπραγίας. Η Μπάστα επιλέγει να εστιάσει στη Λένα, μια εικοσάχρονη κοπέλα εγκλωβισμένη ανάμεσα σε μια δυσλειτουργική οικογενειακή εστία και την απουσία προοπτικών, προτού μια απρόσμενη εγκυμοσύνη ανατρέψει βίαια κάθε προσδοκία της για διαφυγή.
Η σκηνοθέτιδα επιδεικνύει μια διεισδυτική ματιά στην ελληνική πραγματικότητα, αναδεικνύοντας τις πιέσεις που υφίστανται τα νεότερα στρώματα της κοινωνίας. Η φτώχεια δεν παρουσιάζεται ως απλό σκηνικό, αλλά ως ενεργός παράγοντας που διαμορφώνει τις αποφάσεις, τις σχέσεις και την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων. Το «ακατάστατο» και «γεμάτο ένταση» σπίτι της Λένας μετατρέπεται σε έναν μικρόκοσμο της ευρύτερης κοινωνικής αναταραχής. Εντός αυτού του περιβάλλοντος, η σχέση της με τον πατέρα της αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα εκμετάλλευσης και αποτυχίας των οικογενειακών δεσμών, καθώς αυτός δεν διστάζει να της ζητάει χρήματα με κάθε ευκαιρία, επιβεβαιώνοντας τη χρόνια οικονομική αγκύλωση, αλλά και την άρνησή του για προσφορά στο κάτι παραπάνω στην οικογένεια.
Στο επίκεντρο της αφήγησης βρίσκεται η θεματική του φύλου και της μητρότητας, αποτυπωμένη με μια ωμή ειλικρίνεια που δεν επιτρέπει περιθώρια για συμβιβασμούς. Η απρογραμμάτιστη εγκυμοσύνη της Λένας λειτουργεί ως καταλύτης, για μια βαθύτερη εξερεύνηση των προσωπικών της επιλογών. Ο αρχικός της δισταγμός να κρατήσει το παιδί υπογραμμίζει την υπαρξιακή της αγωνία, αλλά η μετέπειτα ‘χρήση’ της εγκυμοσύνης, ως μέσου πίεσης για την επαναπρόσληψη στη δουλειά της, αναδεικνύει την απελπισία και το μέγεθος του κυνισμού που μπορεί να επιβάλει η ανάγκη. Αυτή η απόφαση, ωστόσο, δεν είναι χωρίς συνέπειες. Η ταινία μεταφέρει αριστοτεχνικά την ένταση που επικρατεί μεταξύ των συναδέλφων στο σούπερ μάρκετ, οι οποίοι, αντί να στραφούν κατά των εργοδοτών τους, ρίχνουν την ευθύνη στη Λένα, για τις δικές τους επικείμενες απολύσεις. Αυτό το σημείο αποτελεί έναν οξυδερκή σχολιασμό της γνωστής τακτικής της διαίρεσης των μαζών, όπου η εργοδοτική ή πολιτική ηγεσία εκμεταλλεύεται τις επισφαλείς συνθήκες εργασίας, για να στρέψει τους εργαζόμενους τον έναν εναντίον του άλλου, καθιστώντας ευκολότερη τη διαχείρισή τους και την επιβολή των δικών της συμφερόντων.
Σε αυτό το δυστοπικό πλαίσιο, λοιπόν, οι ανθρώπινες σχέσεις αποκτούν ιδιαίτερη βαρύτητα. Η σχέση της Λένας με τον ομοφυλόφιλο φίλο της ξεχωρίζει ως φάρος αλληλεγγύης και αυθεντικής υποστήριξης. Παρά τις λογικές τους αντιπαραθέσεις -ιδίως όταν εκείνος απολύεται- η δυναμική του δεσμού τους αποτελεί αντίδοτο στην απομόνωση και τον ατομισμό που επιβάλλουν οι αντίξοες συνθήκες, υπογραμμίζοντας την αξία της φιλίας της συμπαράστασης και ασφαλώς της αλληλεγγύης. Αντίθετα, οι σχέσεις της με τις συναδέλφους της, στο σούπερ μάρκετ, απεικονίζονται ως ρηχές, ανταγωνιστικές και γεμάτες καχυποψία, αναδεικνύοντας ένα περιβάλλον όπου η συλλογική συνείδηση έχει υποχωρήσει μπροστά στον φόβο της απόλυσης.
Η σκηνοθετική προσέγγιση της Μπάστα χαρακτηρίζεται από λεπτομερή ρεαλισμό που αποφεύγει την υπερβολή, χωρίς να διστάζει να αναδείξει τη σκληρότητα της ζωής. Στο μεταξύ, η μουσική της ταινίας, συν-συνεργός με τα υπόλοιπα, αναδεικνύεται σε ένα από τα κομβικά της στοιχεία. Με μια εσωστρεφή, επαναληπτική ένταση που θυμίζει εμμονή και με συμφωνική προσομοίωση, η μουσική λειτουργεί όχι απλώς ως υπόκρουση, αλλά ως αναπόσπαστο μέρος του αφηγηματικού σύμπαντος, αντανακλώντας τη σύγχρονη κουλτούρα της νέας γενιάς, στην οποία ανήκουν και οι κεντρικοί χαρακτήρες της ιστορίας. Έτσι, η χρήση της μουσικής ενισχύει την αίσθηση του εγκλωβισμού και της άμεσης εμπειρίας, ενώ παράλληλα φλερτάρει με την εσωτερική, προσωπική φυγή ή την απόπειρα έκφρασης, σε έναν κόσμο που είθισται να αρνείται τη φωνή στους νέους. Σε ότι αφορά το αισιόδοξο φινάλε, τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο αυτό δικαιολογείται από την προηγούμενη πορεία της αφήγησης. Θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι η ταινία θα είχε ενδεχομένως μεγαλύτερη ενέργεια αν έκλεινε νωρίτερα, αναδεικνύοντας το αδιέξοδο των χαρακτήρων και της κατάστασης, αντί να υπονοεί μια επίλυση που ίσως να είναι προσχηματική ή αβέβαιη. Η επιλογή αυτή καθιστά τον προβληματισμό του θεατή ακόμη πιο σύνθετο. Τον υποχρεώνει να αναρωτηθεί με μεγαλύτερη ένταση και αμφιβολία για την πραγματική έκβαση της ιστορίας και τις πιθανότητες μιας πραγματικής διεξόδου σε έναν τόσο σκληρό κόσμο, όσο η Ελλάδα του σήμερα.
Το «Life in a Beat» λειτουργεί, τελικά, ως καθρέφτης μιας κοινωνίας που έχει μάθει να επιβιώνει μέσα από την ήττα της. Η Αμέρισσα Μπάστα προτείνει με ειλικρίνεια, μια καθόλου σιωπηλή κραυγή αγωνίας και συνάμα αισιοδοξίας, ένα τραγούδι για όσους δεν πρόλαβαν να ζήσουν όπως θα ήθελαν. Ανάμεσα στη σκληρότητα της καθημερινότητας και τους ήχους που πάλλονται μέσα της, η Λένα βρίσκει ρυθμό για να συνεχίσει. Και ίσως εκεί, σ’ αυτήν την πεισματάρικη επιμονή, να κρύβεται όλο το νόημα της ζωής -όχι για να εκβιάσει το δάκρυ της συγκίνησης, αλλά για να θυμίσει πως πίσω από κάθε θόρυβο, πίσω από κάθε beat, υπάρχει κάτι που πάλλεται, κάτι που αναπνέει ακόμα…
Κώστας Κωνσταντινίδης
