Ο Μαριάνο Κον και ο Γκαστόν Ντουπράτ γνωρίζουν τον τρόπο να κάνουν μια ταινία να ρέει, πάντα με ξεχωριστό χιούμορ και με «τσιμπήματα» αφύπνισης, για τη σύγχρονη κοινωνία της πατρίδας τους. Ο δεύτερος λόγος είναι το one man show της ηθοποιίας του Γκιγιέρμο Φρανσέγια, ο οποίος ερμηνεύει τους δεκαέξι πρωταγωνιστικούς ρόλους, οι οποίοι συνθέτουν την ταινία.
Για να ομολογήσουμε την αλήθεια, πρόκειται για μια ταινία τη θέαση της οποίας θα συστήναμε, μόνον και μόνον επειδή κανείς δεν πρόκειται να βγει από την αίθουσα δυσαρεστημένος – κι αυτό λίγο δεν είναι. Ο κινηματογράφος έχει ανάγκη τέτοιες ταινίες, οι οποίες μπορούν και απλοποιούν, χωρίς να τα ευτελίζουν, θέματα που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσαν να αποδειχτούν δύστροπα.
Το κοινό πάντα επιθυμεί να συνδέσει την επίσκεψή του στην αίθουσα με την αβίαστη ψυχαγωγία και μια τέτοια ταινία την προσφέρει με σεβασμό.
Εάν το επιθυμεί κάποιος, μένει στις ιστορίες που μοιάζουν σαν μικρά ανεκδοτάκια, εάν θέλει όμως ξύνει την επιφάνειά τους κι ανακαλύπτει ένα στρώμα πικρής ειρωνίας να στιγματίζει την κοινωνία της Αργεντινής και τον ξέχειλο ατομικισμό των πολιτών της.
Κάτι τέτοιο δεν έκανε και ο «Επιφανής πολίτης»;
Τώρα το ερωτηματικό μπαίνει στον ίδιο τον τίτλο, αφού οι σκηνοθέτες διερωτώνται εάν αυτό που βλέπουμε δίνει εικόνα εξέλιξης του «Homo sapiens?» ή απλά εφαρμογή του πρωτόγονου «ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει…».
Στην περίπτωση που είχαμε να κάνουμε με μουσική, θα μιλούσαμε για δεκαέξι μινιατούρες. Αν ήταν φαγητό, θα είχαμε να κάνουμε με μεζεδάκια. Βέβαια, το να κινηματογραφείς ανέκδοτα, ίσως φανεί κάτι εύκολο, αφού πρόκειται για πολλές μικρού -πολύ μικρού- μήκους ταινίες.
Το δύσκολο είναι να βρείς τον συνδετικό ιστό όλων αυτών των μικρών αφηγήσεων, να εφεύρεις ένα νήμα, που να περνάει από όλες τις ιστορίες, χωρίς να γίνεται διακριτό, να παραμένει υπαινικτικά αδιόρατο. Ο πρωταγωνιστής περνάει από όλων των ειδών τους ρόλους, χωρίς να γίνονται αντιληπτές οι αλλαγές, είναι κι αυτές αδιόρατες.
Εκτός από το ερμηνευτικό ρεσιτάλ του Φρανσέγια, ακόμη πιο δύσκολο είναι να συμπυκνώνεις σε κάθε μία από τις ιστοριούλες τη νοοτροπία ενός ολόκληρου λαού, τον λόγο για τον οποίον η αργεντίνικη κοινωνία δεν μπορεί να συστήσει ομοιογενή ομάδα. Αυτό είναι λίγο-πολύ το αρχικό ερώτημα και πάνω σε αυτό αρχίζουν να δίνονται απαντήσεις.
Βασικά, ο λόγος είναι ένας. Είτε πρόκειται για νεόπλουτους είτε για κατοίκους άθλιων περιοχών, οι συναντήσεις τους καταλήγουν στην εξαπάτηση. Στα θετικά του φιλμ εγγράφεται το γεγονός πως το σκηνοθετικό δίδυμο δεν χαρίζεται σε καμιά κοινωνική ή οικονομική τάξη, η εκμετάλλευση έχει την πάγια μορφή του «ο θάνατος σου, η ζωή μου».
Στα αρνητικά, κάποιες αμήχανες ιστορίες, όχι μεγάλης έμπνευσης, κάτι που θα μπορούσαμε να το θεωρήσουμε φυσικό. Στις περισσότερες αφηγήσεις συναντιούνται άνθρωποι μεγάλης ταξικής απόστασης και ο διάλογος ανάμεσά τους χαρακτηρίζεται πάντα από την καχυποψία και την υποκρισία.
Σε αυτήν την τελευταία εντοπίζουν οι Κον-Ντουπράτ την αιτία των δεινών, στη διάσταση λόγων και έργων.
Στα περισσότερα επεισόδια υπάρχει κάποιος ηθικολόγος, του οποίου οι απόψεις γκρεμοτσακίζονται στην πράξη. Το παλιό που φεύγει είναι γεμάτο από λαμόγια, το σύγχρονο που έρχεται συντίθεται από καιροσκόπους.
Στο ανάμεσα το κενό μιας ολόκληρης χώρας, στο οποίο κάθε τόσο βουτάει λόγω αστάθειας. Πότε πτωχεύσεις, πότε απελπισμένες πολιτικές αλλαγές.
Ευτυχώς, οι ίδιοι οι σκηνοθέτες δεν είναι διόλου ηθικολόγοι, αντιλαμβάνονται και περιγράφουν την κατάσταση, εφαρμόζοντας τη ρήση του Όσκαρ Ουάιλντ «εάν θέλεις να πεις την αλήθεια στον κόσμο, κάνε τον καλύτερα να γελάσει, αλλιώς θα σε σκοτώσει».
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
