Σε μεγάλη φόρμα συνεχίζει να είναι κι ο Στίβεν Σόντερμπεργκ που την τελευταία διετία έχει υπογράψει το πρώτου προσώπου ghost story “Presence” και το κατασκοπικό/ερωτικό θρίλερ δωματίου “Black Bag”, σαν πάντα να θέλει να εξερευνά γνώριμα είδη από μια διαφορετική γωνία. (Θα αγνοήσουμε το άθλιο ντοκιμαντέρ για τον Τζον Λένον που παρουσίασε στις φετινές Κάννες, επειδή τον αγαπάμε.)
Η “διαφορετική γωνία” είναι σημαντική εδώ ως παρατήρηση, γιατί ο Σόντερμπεργκ δείχνει πάντα μέσα από το έργο του πως αυτό είναι που ψάχνει, ακόμα και κυριολεκτικά, μέσα στο πλαίσιο και της πιο συνηθισμένης σκηνής. Έχει πει πολλές φορές πως βαριέται τις μηχανικά γυρισμένες σκηνές διαλόγου με διαρκή πλάνα πάνω από τους ώμους και με πλάνο/αντιπλάνο, κι αυτό φαίνεται στο πόσο ανεξάντλητα εξερευνά άλλες οδούς στησίματος και πλάνων, ακόμα και σε μια μεγάλης διάρκειας αφήγηση όπως το τηλεοπτικό “The Knick”.
Στους “Κρίστοφερ” έχουμε μια τρομερά χορταστική εφαρμογή αυτής της εξερεύνησης. Γραμμένο επί της ουσίας ως ένα εκτεταμμένο κομμάτι διαλόγου μιάμισης ώρας ανάμεσα σε δύο χαρακτήρες μέσα σε έναν κλειστό χώρο (από τον απολαυστικό σεναρίστα Εντ Σόλομον του “Men in Black” και του “Bill & Ted’s Excellent Adventure”), το φιλμ δίνει την ευκαιρία στον Σόντερμπεργκ να κεντήσει οπτικά.
Αποφεύγει τα διαρκή σύντομα πλάνα (που δίνουν μεγαλύτερη ευελιξία στο μοντάζ αλλά δεν αφήνουν την εικόνα να αποκτήσει χαρακτήρα), αντιθέτως αφήνει το κάδρο να σταθεί με σιγουριά, έχοντας πάντα βρει τρόπους να το κάνει ξεχωριστό, ενδιαφέρον, και να αποδώσει μέσα από το στήσιμό του κάτι που θέλει να πει για τους χαρακτήρες του. Όταν η Λόρι (Μικέιλα Κόουλ) μπαίνει για πρώτη φορά στο δωμάτιο του Τζούλιαν Σκλαρ (Ίαν ΜακΚέλεν) ο Σόντερμπεργκ περιχαρακώνει τη φιγούρα της ανάμεσα στο σώμα του μεγάλου καλλιτέχνη, στην παλέτα του, και στο χέρι του που βρίσκεται από πάνω της – είναι κυριολεκτικά σα να την περιορίζει.
Ο χορός που ακολουθεί ανάμεσα στους δύο χαρακτήρες έχει μεγάλο ενδιαφέρον και συναισθηματικό και εννοιολογικό βάθος, καθώς συζητούν μεταξύ τους (και αναπτύσσουν μια απρόσμενη σύνδεση) πάνω σε ιδέες περί δημιουργίας, πρωτοτυπίας, κληρονομιάς, και του πώς κάθε έργο είναι συναισθηματική έκφραση που αναπόφευκτα θα αποτυπώσει κάτι ειλικρινές – είτε ηθελημένα, είτε όχι. Στην πορεία του έργου το staging αλλάζει: Μια άλλη σκηνή διαλόγου θα δει τους δύο χαρακτήρες να στέκονται στο κατώφλι ενός δωματίου και μιλούν σε μια κινητική (αλλά και ακίνητη) κατάσταση ενός ούτε-μέσα-ούτε-έξω. Σα να ψάχνουν κι οι ίδιοι πώς θα κινηθούν σε σχέση με το άλλο άτομο.
Η πιο πετυχημένη staging επιλογή του Σόντερμπεργκ έρχεται προς το τέλος του φιλμ (δε θα αποκαλύψουμε συγκεκριμένα τι συμβαίνει φυσικά) όπου μια μεγάλης βαρύτητας “αποκάλυψη” γίνεται με έναν τρόπο που συνδυάζει πρακτική ανάγκη (δεν γίνεται για πρακτικούς λόγους να φανούν τα πρόσωπα της σκηνής) με φορμαλιστική ανάδειξη του συναισθηματικού βάρους: Για διαφορετικούς λόγους, κι οι δύο ήρωες εκείνη τη στιγμή είναι χαμένοι – σαν έξω από τον εαυτό τους.
Όλα αυτά έρχονται να υπογραμμίσουν ένα έτσι κι αλλιώς πολύ ενδιαφέρον, μελαγχολικό, αλλά στην καρδιά του πολύ γλυκό κείμενο. Μια ιστορία σύνδεσης, κληρονομιάς και πάνω από όλα, αλήθειας – όπως κι αν την κυνηγά κανείς, και όπως κι αν, αναπόφευκτα, δεν γίνεται παρά να εκφραστεί. Η Μικέιλα Κόουλ (του συγκλονιστικού “I May Destroy You”) είναι πολύ καλή περιφέροντας μια ερμηνευτική πανοπλία για την πληγωμένη ηρωίδα της, αλλά ο ΜακΚέλεν είναι το απόλυτο highlight, δίνοντας μια απίστευτα συγκινητική ερμηνεία, γεμάτη ψυχή και ευαλωτότητα πίσω από ένα απότομο προσωπείο.
Θοδωρής Δημητρόπουλος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα news247.gr
