Ο Γκας Βαν Σαντ, ο κάποτε αγαπημένος σκηνοθέτης του ανεξάρτητου αμερικάνικου σινεμά, που βρίσκεται σε πτώση εδώ και κάποια χρόνια, αρπάζει την ευκαιρία, για να αφηγηθεί μία αληθινή ιστορία της δεκαετίας του ‘70, απ’ αυτές που λες και συνέβησαν για να γίνουν αργότερα ταινία.
Χωρίς να φτάνει στα επίπεδα της ακμής του, ο 73χρονος πια, Αμερικάνος σκηνοθέτης, διατηρεί αρκετές απ’ τις αρετές του και κυρίως την καλλιτεχνική του ματιά, με την τόλμη του, το μαύρο χιούμορ και την ατάραχη σκληρή ατμόσφαιρα, αξιοποιώντας το σενάριο του Όστιν Κολόντνεϊ και αναζωογονώντας το πνεύμα των ταινιών «Σκυλίσια Μέρα» και «Το Δίκτυο».
Και ταυτόχρονα να κάνει ένα φιλμ υπενθύμιση για τα όσα συνέβησαν μετά το περιβόητο σκάνδαλο του «Γουότεργκεϊτ», μια εποχή, όπου οι Αμερικάνοι προσπαθούσαν να πετάξουν από πάνω τις ενοχές τους και τους διεφθαρμένους πολιτικούς, τον κυνικό καπιταλισμό, τον ατομισμό.
Το 1977, ένας νέος επιχειρηματίας από την Ινδιανάπολη, με το ελληνοπρεπέστατο όνομα Τόνι Κυρίτσης, απαγάγει τον μεσίτη στεγαστικών δανείων Ρίτσαρντ Χολ, δένοντας στο λαιμό του ένα συρματόπλεγμα με ένα κυνηγετικό όπλο, το οποίο θα εκπυρσοκροτήσει αν οι ελεύθεροι σκοπευτές της αστυνομίας προσπαθήσουν να τον σκοτώσουν και όλα αυτά σε ζωντανή σύνδεση με τα εθνικά τηλεοπτικά δίκτυα. Ο Κυρίτσης, είχε πέσει θύμα εξαπάτησης από τον πατέρα του Χολ, καθώς έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να του αρπάξει τη γη, για την οποία είχε αποθηκεύσει τα πάντα. Τα αιτήματά του, για να απελευθερώσει τον Χολ, είναι 5 εκατομμύρια δολάρια, ασυλία και το σημαντικότερο, να του ζητήσει συγγνώμη.
Το ψηφιδωτό μίας κοινωνίας και των πρωταγωνιστών της ιστορίας, αποκτά τεράστιο ενδιαφέρον, καθώς απ’ τη μια έχουμε έναν άνθρωπο, που δεν έχει να χάσει τίποτα, πέρα από τα λογικά του, χάβοντας τα μεγάλα λόγια για να ξεφύγει από την εργατική τάξη όπου άνηκε και απ’ την άλλη, ο άπληστος επιχειρηματίας, που αρνείται να πει έστω και μια συγγνώμη για να σώσει το παιδί του και φυσικά τα μέσα ενημέρωσης, που έρχονται να τραβήξουν το ενδιαφέρον της υπόθεσης προς μια βολική κατεύθυνση, αυτή του κατά πόσο είναι τρελός ο δράστης, αλλά και του απαθούς κοινού.
Κλιμακώνοντας το σασπένς, ο Γκας Βαν Σαντ, θα κρατήσει το ενδιαφέρον της ταινίας του μέχρι τέλους, ενώ οι σαρδόνιες πινελιές του, θα δώσουν έναν διαφορετικό αέρα στην ίντριγκα και τη μάχη μεταξύ ενός φτωχού απελπισμένου ανθρώπου απέναντι στους άπληστους του αμερικάνικου καπιταλιστικού μοντέλου, καθώς έχει χτίσει με προσοχή και βάθος τους χαρακτήρες.
Ο Σκάρσγκαρντ, στον πρωταγωνιστικό ρόλο πείθει για την ανάφλεξή του, ο Μοντγκόμερι ως θύμα, μοιάζει ιδανικός, ο Πατσίνο, υποδυόμενος τον πατέρα του Χολ, θα υιοθετήσει μετρημένα τον χαρακτήρα ενός νότιου αδίστακτου υπερόπτη και ο Κόλμαν Ντομίνγκο είναι απολαυστικός ως ατάραχος ραδιοφωνικός παραγωγός, σε ένα φιλμ, που μπορεί να μην ενθουσιάζει, αλλά είναι αρκούντως συναρπαστικό και σαφώς αγγίζει τη σημερινή πραγματικότητα.
ΜΕ ΛΙΓΑ ΛΟΓΙΑ… Στις 8 Φεβρουαρίου 1977, ο απελπισμένος Τόνι μπαίνει στο γραφείο του Μ.Λ. Χολ και παίρνει όμηρο τον γιο του, Ρίτσαρντ. Ο Τόνι ισχυρίζεται ότι ο Ρίτσαρντ και ο πατέρας του τον εξαπάτησαν, και οι απαιτήσεις του είναι σαφείς: 5 εκατομμύρια δολάρια, ασυλία από δίωξη και προσωπική συγγνώμη.
Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr
