ΤΕΛΕΙΩΜΕΝΟΣ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Η φυλακή διαχρονικά αποτελεί έναν ξεχωριστό κόσμο με δικούς του κανόνες, δική του ηθική και μια κοινωνική δομή που δύσκολα συναντά κανείς έξω από τα κάγκελα. Έναν κλειστό μικρόκοσμο γεμάτο παθογένειες, εκδίκηση, εξουσία και συνεχή ανάγκη επιβίωσης, όπου η ανθρώπινη ζωή αποκτά συχνά εξαιρετικά χαμηλό δείκτη βιωσιμότητας. Ο Καλ ΜακΜάου επιλέγει αυτόν τον καμβά για να εξελίξει τον μύθο του μέσα σε ένα κλειστοφοβικό περιβάλλον, αντιμετωπίζοντας τη φυλακή σαν μια αυτόνομη κοινωνία που αναπαράγει ασταμάτητα τους δικούς της μηχανισμούς κυριαρχίας και βίας.

Συμμορίες, φατρίες, απειλές, εκβιασμοί και μια διαρκής αίσθηση επικείμενης έκρηξης μετατρέπουν τη φυλακή σε έναν χώρο όπου η βία λειτουργεί σχεδόν σαν καθημερινή γλώσσα επικοινωνίας. Η χειραγώγηση του αδύναμου και ο εκβιασμός του ισχυρού μοιάζουν να έχουν τελικά την ίδια αξία και το ίδιο αποτέλεσμα. Το ζητούμενο δεν είναι ποιος έχει δίκιο αλλά ποιος θα επιβάλει κάθε φορά τη βούλησή του σε έναν κόσμο όπου η εξουσία λειτουργεί μόνιμα σαν αόρατος μηχανισμός πίεσης.

Ο ΜακΜάου αποδίδει έντεχνα την ατμόσφαιρα της ταινίας του επιλέγοντας μια κατά κάποιο τρόπο μικτή κινηματογράφηση που ενισχύει ακόμη περισσότερο το κλειστοφοβικό περιβάλλον, τη διαρκή επιτήρηση αλλά και τον ιδιότυπο ρεαλισμό που επικρατεί στα σπλάχνα της φυλακής. Στημένη κάμερα, steadycam και εικόνες σε φορμάτ κινητού τηλεφώνου συνυπάρχουν μέσα στην ίδια αφήγηση, δημιουργώντας την εντύπωση ότι η βία καταγράφεται, αναπαράγεται μπροστά στα μάτια του θεατή και κυκλοφορεί διαρκώς μέσα στον ίδιο τον οργανισμό της φυλακής. Το αποτέλεσμα θυμίζει πολλές φορές περισσότερο ωμή απεικόνιση κοινωνικής αποσύνθεσης παρά συμβατική κινηματογραφική μυθοπλασία γύρω από τον κόσμο των φυλακών.

Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ουσιαστικά μια παρτίδα επιβίωσης ανάμεσα σε δύο εντελώς αντιδιαμετρικούς χαρακτήρες. Από τη μία ο εκρηκτικός και αυτόνομος Ντι, μια σχεδόν ζωώδης παρουσία που επιβιώνει μέσα από την επιβολή και τη βία. Από την άλλη ο αδύναμος, υπομονετικός και περισσότερο εσωστρεφής Τέιλορ, ο οποίος μοιάζει να αντιλαμβάνεται από πολύ νωρίς πως μέσα σε αυτό το περιβάλλον η επιβίωση απαιτεί λιγότερη δύναμη και περισσότερη προσαρμογή, ιδιαίτερα τώρα που του απομένουν λίγες μόνον μέρες μέχρι να βγει και να γνωρίσει επιτέλους τον γιό του. Στη φυλακή του «Τελειωμένου» ακόμη και ο αδύναμος κρίκος κάποια στιγμή θα λάβει το εσωτερικό του χρίσμα και μια μοναδική ευκαιρία να μεταλλαχθεί σε δυνατό. Όταν όμως έρθει εκείνη η ώρα, η τόλμη από μόνη της δεν αρκεί. Χρειάζεται περισσότερη εξυπνάδα από όση αντέχει συνήθως αυτό το περιβάλλον. Η σύγκρουση αυτών των δύο χαρακτήρων αφήνει πίσω της ελάχιστα ίχνη κάθαρσης και ακόμη λιγότερα ηρωισμού.Η φυλακή του «Τελειωμένου» παράγει ανθρώπους που μαθαίνουν απλώς να χάνουν πιο αργά από τους υπόλοιπους. Όσο περισσότερο κάποιος παραμένει έξω από ομάδες, συμμορίες και μηχανισμούς προστασίας, τόσο περισσότερο μετατρέπεται σε εύκολο στόχο μέσα σε μια κοινωνία όπου η μοναξιά ισοδυναμεί σχεδόν με αργή καταδίκη.

Η ταινία είναι σκληρή, πολύ σκληρή και σε καμία περίπτωση δεν επιχειρεί να εξιδανικεύσει ούτε να δαιμονοποιήσει τους ήρωές της. Παρατηρεί τη βία, τη χειραγώγηση και την ανάγκη επιβίωσης με μια σχεδόν ντοκιμαντερίστικη ωμότητα, αφήνοντας σταδιακά να φανεί πως η φυλακή δεν λειτουργεί ποτέ πραγματικά ως μηχανισμός σωφρονισμού. Λειτουργεί περισσότερο σαν μηχανή ανακύκλωσης τραύματος, φόβου και ανθρώπινης παρακμής, εγκλωβίζοντας τους ανθρώπους της μέσα σε έναν ατέρμονο κύκλο με άπειρες διαμέτρους. Εκεί όπου ο θάνατός σου μπορεί πολύ εύκολα να μετατραπεί στη μοναδική πιθανότητα επιβίωσης κάποιου άλλου.

Παρά τη σκληρότητα και την αποπνικτική της ατμόσφαιρα όμως, η ταινία αφήνει τελικά θετικό πρόσημο ακριβώς επειδή καταφέρνει να βυθίσει τον θεατή μέσα σε έναν κόσμο που οι περισσότεροι άνθρωποι δεν θα γνωρίσουν ποτέ από κοντά...

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module