Υπάρχουν ταινίες που σε καλούν να τις αναλύσεις και άλλες που απλώς σε αρπάζουν από τον λαιμό και σε πετούν μέσα στον ρυθμό τους. Η «Γκρίζα ζώνη» του Γκάι Ρίτσι ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία αφού δεν υπάρχουν ιδιαίτερες απαιτήσεις για δεύτερα και τρίτα επίπεδα ανάγνωσης. Υπάρχει όμως το θέαμα, η ταχύτητα, η αίσθηση της διαρκούς κίνησης και ένας μηχανισμός περιπέτειας που εξαργυρώνει με απόλυτη ακρίβεια κάθε κινηματογραφικό ερέθισμα πάνω στις αισθήσεις του θεατή.
Ο Βρετανός σκηνοθέτης επιστρέφει σε απόλυτα γνώριμο έδαφος, αξιοποιώντας όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιέρωσαν το προσωπικό του κινηματογραφικό ύφος: γρήγορο ρυθμό, κοφτούς διαλόγους, επιθετικό μοντάζ και χαρακτήρες που κινούνται συνεχώς ανάμεσα στη βία, το χιούμορ και την απόλυτη ψυχραιμία. Ο Ρίτσι οδηγεί την ταινία σαν μια ασταμάτητη αλυσίδα κίνησης, με σκηνές δράσης, καταδιώξεις και διαρκείς εναλλαγές χώρων να δημιουργούν σχεδόν ασφυκτικό ρυθμό. Παράλληλα, αποφεύγει να βαρύνει υπερβολικά την ατμόσφαιρά του, αντιμετωπίζοντας την περιπέτεια σαν καθαρή κινηματογραφική διασκέδαση. Ο κίνδυνος παραμένει μόνιμα παρών, χωρίς όμως να μετατρέπεται ποτέ σε κάτι πραγματικά καταθλιπτικό ή σκοτεινό. Αντίθετα, η ταινία διατηρεί διαρκώς μια «cool» αίσθηση ψυχραιμίας ακόμη και στις πιο ακραίες στιγμές της.
Η «Γκρίζα ζώνη» ίσως να μη φιλοδοξεί να αλλάξει τον τρόπο με τον οποίο βλέπουμε το σύγχρονο σινεμά δράσης, γνωρίζει όμως απόλυτα τι θέλει να προσφέρει και το υπηρετεί με εντυπωσιακή αυτοπεποίθηση μέχρι το τέλος. Οι σκηνές δράσης, το ασφυκτικό μοντάζ και η συνεχής αίσθηση κίνησης μετατρέπουν την ταινία σε καθαρή κινηματογραφική διασκέδαση που δύσκολα αφήνει τον θεατή αμέτοχο. Και ίσως τελικά αυτό να είναι το μεγαλύτερο προτέρημά της: δεν προσπαθεί να γίνει κάτι περισσότερο από μια εντυπωσιακή περιπέτεια δράσης και ακριβώς γι’ αυτό πετυχαίνει απόλυτα τον στόχο της.
Κώστας Κωνσταντινίδης
