ΓΙΑ ΣΕΝΑ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

40άρης μαθαίνει ότι πάσχει από σπάνια μορφή πρώιμου Alzheimer και βλέπει τη ζωή του ν’ αλλάζει απότομα. Αντί να παραιτηθεί, αποφασίζει να ζήσει τον χρόνο που του απομένει δημιουργώντας αναμνήσεις δίπλα στη γυναίκα και τον γιο τους.

Το Alzheimer παραμένει μία από τις πιο σκληρές και αδυσώπητες ασθένειες της εποχής μας, καθώς δεν επιτίθεται μόνο στο σώμα αλλά κυρίως στη μνήμη, στην προσωπικότητα και (τελικά) στην ίδια την αίσθηση της ανθρώπινης ύπαρξης. Τα πρώιμα στάδιά του συχνά εμφανίζονται σχεδόν αθόρυβα, μέσα από μικρές απώλειες προσοχής, σύγχυση, επαναλήψεις ή αδυναμία σύνδεσης με την καθημερινότητα, μέχρι τη στιγμή που ο κόσμος γύρω από τον ασθενή αρχίζει να αποσυντίθεται ολοκληρωτικά.

Το «Για Σένα» του Αλεσάντρο Αρονάντιο ανοίγει με έντονη διάθεση χιούμορ και αρκετά στοιχεία μιας καλοδουλεμένης κομεντί, παρασύροντας αρχικά τον θεατή σ’ έναν γρήγορο κι ανάλαφρο ρυθμό. Η μουσική ragtime, οι καθημερινές αμηχανίες και ο τρόπος με τον οποίο αποκαλύπτονται τα πρώτα συμπτώματα του Πάολο δημιουργούν την αίσθηση μιας ταινίας που προσεγγίζει ένα εξαιρετικά δύσκολο θέμα χωρίς βαρύγδουπες δραματικές κατασκευές. Από πολύ νωρίς, όμως, κάτω από αυτή τη φαινομενικά ελαφριά επιφάνεια αρχίζει να διακρίνεται η σταδιακή διάλυση της μνήμης και μαζί της η αργή αποσύνθεση της ίδιας της προσωπικότητας του ήρωα.

Τα πρώτα σημάδια της ασθένειας εμφανίζονται διακριτικά, σχεδόν ύπουλα, μέσα από μικρές παραμορφώσεις της αντίληψης και της προσοχής του Πάολο. Οι κινούμενες μουτζούρες πάνω στα αντικείμενα, οι στιγμιαίες απώλειες συγκέντρωσης και η αδυναμία σταθερής σύνδεσης με την πραγματικότητα αποτελούν προειδοποιήσεις ενός μέλλοντος που πλησιάζει αργά αλλά ασταμάτητα. Το φιλμ προσεγγίζει τα πρώιμα στάδια του Alzheimer, κυρίως ως σταδιακή φθορά της προσωπικότητας και της σχέσης του ανθρώπου με τον κόσμο γύρω του.

Οι σημειώσεις και οι καταγραφές που αφήνει ο Πάολο για τον μελλοντικό του εαυτό αποτελούν μια προσπάθεια προετοιμασίας απέναντι στο αναπόφευκτο αύριο, πριν η μνήμη αρχίσει να καταρρέει οριστικά. Η ταινία χρησιμοποιεί αυτές τις αφηγήσεις με ιδιαίτερα πρωτότυπο κινηματογραφικό τρόπο, αποκαλύπτοντας σταδιακά το παρελθόν του ήρωα, τη γνωριμία με τη γυναίκα του, το πρώτο flirt, τον έρωτα και, τελικά, την κοινή τους ζωή. Οι αναμνήσεις γίνονται μικρές παρατάσεις απέναντι στη λήθη, μια απέλπιδα προσπάθεια να παραμείνει ζωντανό ένα κομμάτι της προσωπικής του ιστορίας, πριν αρχίσει να σβήνει οριστικά.

Από τα μισά της ταινίας κι έπειτα, ο αρχικά γρήγορος ρυθμός τείνει να υποχωρεί. Η μουσική χαμηλώνει, οι εξομολογήσεις γίνονται δυσκολότερες και η αποδοχή της κατάστασης ακόμη πιο επώδυνη. Ο Αρονάντιο απομακρύνεται σταδιακά από τα στοιχεία της κομεντί και στρέφεται προς τη φθορά και την αδυναμία του ανθρώπου απέναντι στην ασθένεια. Παράλληλα, η σχέση πατέρα και γιου αρχίζει σχεδόν ανεπαίσθητα να αντιστρέφεται, με τον γιο να αναλαμβάνει τη θέση εκείνου που φροντίζει, προστατεύει και οργανώνει την καθημερινότητά του, προσπαθώντας να συγκρατήσει όσα η λήθη αφαιρεί καθημερινά από τη ζωή του πατέρα του.

Οι τίτλοι πέφτουν χωρίς πραγματική κάθαρση, όχι γιατί το φιλμ αποφεύγει τη λύση, αλλά γιατί το τέλος μιας αληθινής ιστορίας ακολουθεί σχεδόν πιστά το συντακτικό του στατιστικά προδιαγεγραμμένου. Και στη μεταφορά μιας αληθινής ιστορίας, ο μελοδραματισμός παύει ν’ αποτελεί απλώς έναν ακόμη κινηματογραφικό άξονα αφήγησης, καθώς τα συγκεκριμένα πρόσωπα που στοιχειοθέτησαν αυτή την ιστορία συνεχίζουν να υποφέρουν ρεαλιστικά και όχι μεταφορικά. Ο φακός παρακολουθεί διακριτικά την προσπάθεια του Πάολο να διατηρήσει τον έλεγχο της ζωής και της αξιοπρέπειάς του, χωρίς εύκολες ανακουφίσεις ή κινηματογραφικές καθάρσεις. Κι εκεί ακριβώς, μπροστά στην αδυσώπητη φύση της ασθένειας, ο άνθρωπος μοιάζει τελικά τόσο αδύναμος και ανεπαρκής, όσο ένα τζιτζίκι μπροστά στο έλεος του χειμώνα…

ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΜΕΝΑ;

Καλές προθέσεις, άνισος ρυθμός. Έστω, η ιστορία του φιλμ θυμίζει ήσυχα και ανθρώπινα ότι η ζωή αρχίζει ν’ αποκτά πραγματική αξία ακριβώς τη στιγμή που συνειδητοποιούμε πόσο εύκολα μπορεί ν’ αρχίσει να σβήνει. Η πρότασή της μοιάζει απλή, αλλά γίνεται σχεδόν αβάσταχτη όταν έρθει η ώρα να την αποδεχτείς: να ζεις την κάθε μέρα σαν να είναι η τελευταία.

Κώστας Κωνσταντινίδης
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα freecinema.gr

Smart Search Module