ΙΕΡΑ ΟΔΟΣ, 21χλμ - Γιάννης Κρουσίνσκυ

Το ντοκιμαντέρ της σκηνοθέτριας Νικολέτας Παράσχη προσπαθεί να συνδέσει τον -ίσως- αρχαιότερο δρόμο Ελλάδας και Κόσμου, με τον απρόβλεπτο, γοητευτικό Ανθρώπινο Παράγοντα. Καθώς και με τον προβλέψιμο, αμείλικτο, μα πολύτιμο Χρόνο.

Επιλέγει να εξερευνήσει κινηματογραφικά, με αυθόρμητο τρόπο προσανατολισμού, μα ταυτοχρόνως έχοντας και ένα αναγκαίο οργανόγραμμα σχεδιασμού, την περίφημη απόσταση 21 χλμ στη διαδρομή της (Αρχαίας) Ιεράς Οδού. Η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας αποτελεί ταυτοχρόνως και την αδυναμία της!

Η καλλιτεχνική αντίληψη του ντοκιμαντέρ επιχειρεί να ενώσει ένα παζλ Φιλοσοφίας, Ρομαντισμού, λαϊκής νοοτροπίας, άθλησης, Ορθολογισμού, Περιβαλλοντικής Ανησυχίας, Φιλοζωικής Άποψης, απλών συλλογισμών και τελικά προσωπικής σκηνοθετικής ματιάς. Αυτό, πραγματοποιείται στο έργο αναφορικά, μα όχι αναλυτικά όμως!

Ανάλυση

Εισαγωγή...

Το ντοκιμαντέρ “Ιερά Οδός, 21 χλμ” (2026), αποτελώντας την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της σκηνοθέτριας Νικολέτας Παράσχη, μετά την παρουσία στο 28ο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης, φτάνει τώρα και με διανομή στις Αίθουσες. “Στο πλαίσιο κυκλοφορίας του ντοκιμαντέρ στις Αίθουσες, διοργανώνεται μια σειρά δράσεων και συζητήσεων, με στόχο να μυήσουν το κοινό στο πολύπλευρο παρελθόν της πιο παλιάς Ιεράς Οδού του κόσμου.”

Το έργο επιλέγει να εξερευνήσει κινηματογραφικά, με αυθόρμητο τρόπο προσανατολισμού, μα ταυτοχρόνως έχοντας και ένα αναγκαίο οργανόγραμμα σχεδιασμού, την περίφημη απόσταση 21 χλμ στη διαδρομή της (Αρχαίας) Ιεράς Οδού. Από τον Κεραμεικό έως και την Ελευσίνα. Σε μια προσπάθεια καλλιτεχνικού σχεδιασμού, να κινηθεί η κάμερα της σκηνοθέτριας με διερευνητικό, αλλά και με απελευθερωμένο τρόπο. Ως εκείνο το αφυπνιστικό μέσο, που αναδεικνύει πτυχές, περισσότερο ουσιαστικές και λιγότερο επιβλητικές, του συνολικού αυτού αφηγηματικού και ημι-μυθολογικού, χωροχρονικού ταξιδιού.

Ωστόσο, δεν ακολουθεί η κινηματογραφική αφήγηση κάποιο υπέρμετρα αυστηρό πρόγραμμα διαδρομής, καλύπτοντας εξαντλητικά τα 21 χλμ της γραμμής Κεραμεικού - Ελευσίνας. Όχι. Άλλωστε αν ποτέ γινόταν κάτι τέτοιο, λογικά θα χανόταν και η όποια σκηνοθετική ψυχή και πινελιά. Δεν υπάρχει λοιπόν καθόλου μια μαθηματικού - ρομποτικού στυλ μηχανιστική καταγραφή, υπό αυστηρή συνολική οριοθέτηση χιλιομέτρων. Όχι. Υπάρχει όμως μερική οριοθέτηση, επισημαίνοντας πιο λακωνικά την καταμέτρηση χιλιομέτρων, μέσα από διάφορα επιλεγμένα Σημεία - Σταθμούς της συνολικής διαδρομής.

Διαδρομή, η οποία συνοδεύεται από προσδιοριστικές φράσεις και από την ονομασία των εκάστοτε περιοχών, παντρεύοντας παράλληλα την αύρα της Αρχαίας Ιεράς Οδού με τη σύγχρονη Ιερά Οδό. Οπότε αντιθέτως, το έργο εδώ, επί της ουσίας, προσπαθεί να συνδέσει τον ίσως αρχαιότερο δρόμο Ελλάδας και Κόσμου, με τον απρόβλεπτο και γοητευτικό Ανθρώπινο Παράγοντα. Καθώς και με τον προβλέψιμο, αμείλικτο, μα πολύτιμο Χρόνο. Όπως θα δούμε παρακάτω, αυτό από τη μια πλευρά αποτελεί *δύναμη. Αλλά από την άλλη, συγχρόνως αδυναμία της ταινίας.

Γενικώς…

Αρχικώς, ας εντοπίσουμε την επιλεγμένη μεθοδολογία, με την οποία επιχειρεί να εκφραστεί η ταινία “Ιερά Οδός, 21 χλμ” (2026). Και πώς το εισπράττει όλο αυτό ο θεατής, στον άξονα της δικής του Ψυχαγωγίας, κατά την ανάλογη παρακολούθηση των 73 λεπτών της ταινίας. Από ό,τι φαίνεται, η ταινία διαμορφώνει την άποψή της, παραμένοντας πιστή στην ειλικρίνεια και την εφευρετικότητα ενός ντοκιμαντέρ. Διαλέγει δηλαδή η ταινία, κάποια -κατά τη γνώμη του προσεγγιστικού Ύφους της σκηνοθέτριας- κομβικά ή εν πάση περιπτώσει εκφραστικά σημεία, τα οποία είτε υπήρξαν πιο προσβάσιμα για έρευνα, είτε πιο πρακτικά για καταγραφή, είτε ήταν πιο ταιριαστά σαν εκάστοτε τμηματική ένταξη μελέτης, ώστε να συνδεθούν στο σύνολο Θεματικής του ντοκιμαντέρ.

Θα μπορούσαμε αυτά να τα αποκαλέσουμε, ως Σημεία - Σταθμούς στο ταξίδι της ταινίας. Τα Σημεία - Σταθμοί της συνολικής κινηματογραφικής εξερεύνησης, φαίνεται να είναι επτά στο έργο. Συγκεκριμένα, εξερευνώνται: Ο Κεραμεικός (ξεκινώντας από το σημείο 0 χιλιομέτρων της διαδρομής). Ο Βοτανικός Κήπος (περνώντας στο 1ο χιλιόμετρο της διαδρομής). Ο Ελαιώνας (συνεχίζοντας στο 2ο χιλιόμετρο της διαδρομής). Η περιοχή Δαφνίου (στο 6ο χιλιόμετρο της διαδρομής). Η Λεωφόρος Αθηνών (στο 10ο χιλιόμετρο της διαδρομής). Το Θριάσιο Πεδίο (στο 14ο χιλιόμετρο της διαδρομής). Και τέλος, η Ελευσίς (στο 21ο χιλιόμετρο της διαδρομής).

Κάθε Σημείο – Σταθμός της κινηματογραφικής εξερεύνησης, εκτός από την επισήμανση χιλιομετρικής οριοθέτησης και την ονομασία της εκάστοτε περιοχής, συμπεριλαμβάνει φράσεις προσδιορισμού της πιο σφαιρικής καλλιτεχνικής αντίληψης του ντοκιμαντέρ. Αυτό το σύνθετο καλλιτεχνικό σκεπτικό, φτιάχνει ένα πιο αναλυτικό σύνολο φράσεων σε κάθε Σημείο - Σταθμό. Λόγου χάριν, η συνολική προσδιοριστική φράση στο προτελευταίο Σημείο - Σταθμό ήταν: “14ο χλμ, Θριάσιο Πεδίο, Από τη Δήμητρα στον Ήφαιστο.”

Αλλά στα αφηγηματικά μέσα προστίθενται και εισαγωγικές φράσεις, από διαχρονικές προσωπικότητες λογίων. Προσωπικότητες συγγραφέων, μυθιστοριογράφων, ποιητών ή και διπλωματών (π.χ. Φραγκίσκος Σατωβριάνδος, Γουσταύος Φλομπέρ, Χένρι Μίλλερ, Άγγελος Σικελιανός, Βιρτζίνια Γουλφ, Ανρί Μπελ) που οραματίσθηκαν καλλιτεχνικά, με έναν πιο αιθέρια ποιητικό τρόπο, τη σχεδόν μυθική κατάληξη, με τον ιδιαίτερο προορισμό της Ελευσίνας. Πιο πολύ σαν τη διάσταση ενός μαγευτικού προορισμού, ενδεχομένως μεταξύ διακαούς πόθου και εξαγνιστικής όασης, σε πιο εγκεφαλικά, μυθολογικά μονοπάτια. Όπως επί παραδείγματι, σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ, έκανε η Βιρτζίνια Γουλφ, με τη φράση της “Φτάσαμε επιτέλους στην Ελευσίνα, με καθυστέρηση 2000 χρόνων…”

Έτσι η γοητεία της κινηματογραφικής εξερεύνησης, που προηγήθηκε σαν εμπειρία μελέτης από τους συντελεστές, αλλά που παράλληλα καταφθάνει και ως αποτέλεσμα παρουσίασης στον θεατή, γίνεται διπλά αισθητή. Μέσα σε αυτή την αφηγηματική εξερεύνηση της ταινίας, συνδιαλέγονται πιο πολλά, ετερόκλητα αλλά και εναρμονισμένα, Στοιχεία Διεπίδρασης. 1) Το αρχέγονο ειρηνικό ενδιαφέρον του Ανθρώπου για τη Φύση. 2) Το ένδοξο Αρχαιοελληνικό Παρελθόν. 3) Η πιο μελετημένη, Ρομαντική γραφή λεγομένων σε χαρακτήρα αποφθεγμάτων, από προσωπικότητες λογίων του 18ου, 19ου και 20ού αιώνα, που επισκέφτηκαν, σκέφτηκαν ή είχαν σχέση με την Αθήνα. Καθότι, μιλώντας -εκτός ταινίας- ιστορικά για “Λεγόμενα”, αυτή ήταν και μια βασική μορφή έκφρασης με συμβολικές φράσεις, κατά την Τελετή των Ελευσίνιων Μυστηρίων. Άρα, οι φράσεις από διανοούμενους του Σύγχρονου Κόσμου αποτελούν εδώ -εντός ταινίας- σε δεύτερη ανάγνωση, επιπροσθέτως ένα ενδιαφέρον πάντρεμα στο ντοκιμαντέρ, ως άτυπη σύνδεση με τους Αρχαίους Μύστες. 4) Το αλλιώτικο, “γκρίζο” και ωμό αστικό Παρόν ή η ελευθερία με απόδραση από αυτό, στην καθημερινότητα της εποχής μας, στον 21ο αιώνα.

Ίσως το πιο ιδανικό ταίριασμα ανάμεσα σε όλα αυτά, να επετεύχθη στο ντοκιμαντέρ με την κεντρική ιδέα της Σποράς - Γονιμότητας! Καθότι ως γνωστόν η Σπορά, έστω και σε πιο ενδόμυχο επίπεδο, μεταφέρει κάτι που υπόσχεται τη μαγνητική διαδρομή προς τα Ελευσίνια Μυστήρια, διαμέσου της Θεάς Δήμητρας. Αλλά τονίζει επίσης, μέσω της Θεάς Δήμητρας αλλά και της Κόρης Περσεφόνης, το σύμβολο Αιωνιότητας της Ανθρώπινης Ζωής. Για τη διαδοχή μεταξύ των γενεών. Έτσι, μιλώντας τώρα σε πιο πρακτικούς τόνους περί Σποράς στην ταινία, πρόκειται για ένα κινηματογραφικό ταίριασμα του ντοκιμαντέρ της Παράσχη, διαμέσου: της επίσκεψης στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, της τοποθέτησης κάμερας κοντά στο έδαφος, της ανοδικής λήψης του μέσου με μελέτη σε “Δήμητρα, Τριπτόλεμο και Περσεφόνη” για την τέχνη της Καλλιέργειας. Και διαμέσου της σκηνοθετικής παρατήρησης, στη διασωθείσα υπεραιωνόβια “Ελιά του Πλάτωνα” σε προστατευμένη κατασκευή (προθήκη στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών).

Τα δε στάχυα, που καταγράφονται τότε με την επιστημονική Λατινική Διπλωνυμία (“Secale cereale” = Σίκαλη), αλλά και πολύ αργότερα με θέαση σε χωράφι στο ντοκιμαντέρ, έχουν σημασία, ως υπενθύμιση του ύψιστου βαθμού Μύησης στα Ελευσίνια Μυστήρια, δηλαδή της “Εποπτείας.” Το στάχυ είναι το σύμβολο της ανεξάντλητης δημιουργικής δύναμης, από τη Μητέρα Γη (δεν έχει σημασία να κάνουμε τον διαχωρισμό σιταριού και σίκαλης). Οπότε δικαίως επιμένει η σεναριογράφος - σκηνοθέτρια Παράσχη με την κεντρική ιδέα της Σποράς στην ταινία της (ακόμη καί σε άλλα Σημεία – Σταθμούς της Ιεράς Οδού, δείχνοντας φερειπείν τα στάχυα και μια γηραιά αγρότισσα κυρία, που φυτεύει σπόρους).

Βεβαίως, στο έργο παρατίθεται σαν διαχρονική αύρα και το μυθικό σύμπαν της ακατανίκητης ανθρώπινης περιέργειας. Αυτή η ιδιαίτερη αύρα συμπληρώνει, σαν Πέμπτο αφηγηματικό Στοιχείο Διεπίδρασης, την κινηματογραφική αφήγηση στην περίφημη απόσταση 21 χιλιομέτρων που διαγράφεται στην Αρχαία Ιερά Οδό. Η ακατανίκητη ανθρώπινη περιέργεια, κατ’ εμέ, συμπληρώνεται πιο εύστοχα από τις σεναριακές γραπτές φράσεις στα ανάλογα χιλιόμετρα καταμέτρησης του ντοκιμαντέρ (π.χ. “1ο χλμ, Βοτανικός Κήπος, ο Μύθος συναντά την Επιστήμη”). Και όχι τόσο, από τα προσωπικά - υποκειμενικά φωνητικά σχόλια της σκηνοθέτριας. Διότι π.χ. ΔΕΝ είναι “μύθος, ότι οι άνθρωποι αποφεύγουν την κάμερα.” Κάποιοι όντως είναι εσωστρεφείς και την αποφεύγουν, στην ευρύτερη πραγματική ζωή. Κάποιοι άλλοι εξωστρεφείς δεν την απέφυγαν, στις ειδικές συνθήκες του ντοκιμαντέρ.

Σημασία επομένως έχει, ότι μέσα από αυτά τα προαναφερθέντα Πέντε αφηγηματικά Στοιχεία ευρύτερης Διεπίδρασης, παρατηρούμε, από κοντινό σε όλο και πιο πανοραμικό επίπεδο, πως η καλλιτεχνική αντίληψη του ντοκιμαντέρ αρχίζει να αποκαλύπτεται από τον ίδιο του τον Σκελετό. Ποια καλλιτεχνική αντίληψη είναι επακριβώς αυτή, όμως; Σε πρώτα στάδια, μια προσέγγιση κινηματογραφικού σχεδιασμού, που κάνει τον θεατή να κατανοήσει πως υπάρχει όντως ένας τρόπος σκέψης. Ένας τρόπος σκέψης, που επιτρέπει παράλληλα στη σκηνοθέτρια Παράσχη να διαθέτει το ισχυρό επιχείρημα, ότι εδώ υφίσταται μορφή σεναρίου. Αυτό που μερικές φορές λέμε, σαν “σεναριακή μορφή ντοκιμαντέρ.”Κάτι το οποίο ευτυχώς κατανοεί η ταινία, ως καλλιτεχνικό επικοινωνιακό στόχο.

Έτσι, η καλλιτεχνική αντίληψη του ντοκιμαντέρ προσπαθεί να ενώσει ένα παζλ Φιλοσοφίας, Ρομαντισμού, λαϊκής νοοτροπίας, άθλησης, Ορθολογισμού, Περιβαλλοντικής Ανησυχίας, Φιλοζωικής Άποψης, απλών συλλογισμών και τελικά προσωπικής σκηνοθετικής ματιάς. Αυτό, πραγματοποιείται στο έργο αναφορικά, μα όχι αναλυτικά όμως! Διάφοροι άνθρωποι θα μιλήσουν μπροστά στην κάμερα, μα τελικά η αφήγηση της ίδιας της Νικολέτας Παράσχη αναλαμβάνει (με Voiceover τεχνική), ακόμα και τον κρίσιμο ρόλο ελέγχου του ντοκιμαντέρ. Υπό το πόστο της φωνητικής αφηγήτριας.

Εδώ να τονίσουμε, ότι αυτή η φωνητική ταπεινότητα, κατά την οποία δεν υπάρχει συνοδεία φυσικής παρουσίας από τη σκηνοθεσία, είναι σημαντική. Ναι, είναι σημαντικό ο / η εκάστοτε σκηνοθέτης / σκηνοθέτρια ντοκιμαντέρ, να κρατά μόνο τον φωνητικό ρόλο και να μην εμφανίζεται μπροστά στην κάμερα. Αλλιώς, οι ταινίες ντοκιμαντέρ, συνήθως, χάνουν κινηματογραφικό έδαφος αφηγηματικής μεθοδολογίας. Και θυμίζουν αυστηρώς δημοσιογραφικές έρευνες. Εκτός εάν, κατ’ εξαίρεση, αντικείμενο μελέτης αποτελεί και κάποιος σκηνοθέτης μέσω καθοριστικής, συγκεκριμένης, άλλης ιδιότητας. Για να επανέλθουμε όμως, πιο αναλυτικά στην ταινία της Παράσχη...

Συμπερασματικά

Ο έλεγχος του ντοκιμαντέρ επέρχεται από τα σκηνοθετικά της πλάνα. Από τη σεναριακή μορφή ντοκιμαντέρ, που η ίδια όρισε. Από την αφηγηματική της φωνή. Και φυσικά, από δύο συνεργάτες της, οι οποίοι συνολικά παρουσίασαν εξαιρετική δουλειά. Σε διεύθυνση φωτογραφίας (Θωμάς Γκίνης) και σε μοντάζ (Γιώργος Ζαφείρης). Η διεύθυνση φωτογραφίας αναδεικνύει πολλά. Αλλά ιδανικά, το τοπίο της Φύσης του Αρχαίου Δρόμου, στο ρέμα Δαφνίου - Σκαραμαγκά (με τον ομιλητή, αρχιτέκτονα τοπίου). Το δε μοντάζ της ταινίας, έχει ηρωική συνδρομή! Και διασώζει τη συνεκτικότητα της αφήγησης, σε μεγάλο βαθμό! Ωστόσο, τα στοιχεία που προαναφέραμε πως ανέλαβε η Παράσχη, ορίζουν και το υφολογικό περιεχόμενο της ταινίας. Εδώ επομένως, κρύβονται και τα θεμέλια στη δομή της ταινίας. Την οποία δομή, θα πρέπει με τη σειρά του να αντιληφθεί αρκετά προσεκτικά και ο θεατής!

Δηλαδή, ότι τούτη η “Ιερά Οδός” δεν είναι εκείνη που θα κάλυπτε αναλυτικά σε ιστορικό, κοινωνιολογικό, περιβαλλοντικό, λυρικό, αρχαιολογικό, θρησκευτικό, μυσταγωγικό και ανθρωπολογικό πλαίσιο όλη την -βαριάς κληρονομιάς- Ιστορία της εν λόγω διαδρομής, του -ίσως- αρχαιότερου δρόμου της Ελλάδας και του Κόσμου. Όχι φυσικά. Αυτή είναι η συγκεκριμένη “Ιερά Οδός”, την οποία πρόβαλε με έναν δικό της τρόπο η Παράσχη. Έτσι αντιλήφθηκε, έτσι προσέγγισε, έτσι κατόρθωσε να εντάξει στα γυρίσματα, έτσι επέλεξε να την παρουσιάσει ως ένα τελικό σύνολο κινηματογραφικής αφήγησης, η σκηνοθετική ματιά της. Αυτή, επί της ουσίας, είναι η δική της κινηματογραφική “Αρχαία / Σύγχρονη, Ιερά Οδός.” Εξάλλου, ο τίτλος με τα “21 χιλιόμετρα” και τον προσδιορισμό “Ιερά Οδός”, μαρτυρούν το κράμα Σύγχρονης / Αρχαίας Ιεράς Οδού. Το κινηματογραφικό εγχείρημα της πρόσμιξης στοιχείων, στην αναφορική του διάσταση έχει ενδιαφέρον, αλλά στην προσπάθεια επέκτασης και εμβάθυνσής του παρουσιάζει κενά. Αυτό λοιπόν, αποτελεί *ταυτοχρόνως δύναμη και αδυναμία της ταινίας. Ας το δούμε πιο προσεκτικά και σφαιρικά.

Μιλώντας πρώτα για τον Ανθρώπινο Παράγοντα. Η ταινία επιλέγει να μην κατονομάσει με προσδιοριστικούς γραπτούς τίτλους την ταυτότητα / ιδιότητα των προσώπων που μιλούν μπροστά στην κάμερα (εννοώ, την ώρα που εκείνα μιλούν). Έτσι, με αυτό το επιμέρους στοιχείο σεναριακής μεθοδολογίας εξισώνει τα άτομα σαν προσωπικότητες, τις οποίες σέβεται στην ίδια ακριβώς βαθμίδα, η ταινία. Αυτό εν μέρει, είναι θετικό στοιχείο (αν και, έστω και προφορικά, κατ’ εξαίρεση η αφηγήτρια ενημέρωσε άνισα μόνο για την ιδιότητα του αρχιτέκτονα τοπίου). Από την άλλη πλευρά, αυτή η παράλειψη γραπτής ενημέρωσης όλων των προσώπων, δεν δείχνει χαρακτήρα σκεπτικού ντοκιμαντέρ με τα γνώριμα στοιχεία γραπτής καθοδήγησης, για τον ενδιαφερόμενο θεατή. Διότι, ο θεατής δεν παύει να αναρωτιέται, “ποιοι;” είναι όσοι / όσες μιλούν μπροστά στην κάμερα, “τι;” ιδιότητα έχουν και “γιατί;” επελέγησαν να μιλήσουν. Και όχι, δεν θα συγκρατήσει εύκολα ο θεατής τη μία προφορική αναφορά στον αρχιτέκτονα τοπίου. Και όχι, το ότι όλοι μας καταλαβαίνουμε ότι ένας είναι οδηγός νταλίκας δεν αποτελεί σαφή ενημέρωση (π.χ. γιατί επελέγη ο συγκεκριμένος;). Και όχι, το ότι αναγράφονται όλα τα πρόσωπα αυτά στους τίτλους τέλους της ταινίας, δεν σώζει την κατάσταση. Επιπλέον, κάποια άλλα πρόσωπα μοιάζουν να μην ήταν και τόσο απαραίτητα - κομβικά στην όλη αφήγηση.

Όμως όχι μόνο για τον Ανθρώπινο Παράγοντα, αλλά κατ’ επέκταση σε πιο αλυσιδωτό βαθμό, η δύναμη της ταινίας είναι ταυτοχρόνως και η αδυναμία της. Επί παραδείγματι, η ταινία της Παράσχη επιλέγει σε κάποιους από τους πρώτους Σταθμούς του ταξιδιού, να μας μεταδώσει ένα ταχύρρυθμο μοντάζ, με πάρα πολλές εναλλαγές σκηνοθετικών εικόνων. Το αποτέλεσμα; Αμφίσημο. Δηλαδή όσο εκφραστικές είναι οι σκηνοθετικές ιδέες της Παράσχη σε μικροκλίμακα έκφρασης, με ακίνητη κάμερα κοντά ή ακριβώς επάνω στο έδαφος, καθώς και με διάφορα στοιχεία καταγραφής σημείων των εκάστοτε πρώτων Σταθμών οριοθετημένης χιλιομετρικής εξερεύνησης... Άλλο τόσο, αυτό το σκεπτικό προσδίδει πολλές και συμπυκνωμένες αισθαντικές εικονοποιήσεις, που όμως απορροφούν έντονα την προσοχή του θεατή με τη σειρά τους και δεν δίνουν ικανοποιητικές απαντήσεις για τη διασύνδεση του εκάστοτε Σημείου - Σταθμού με την όλη ιστορική διαδρομή της Ιεράς Οδού των 21 χιλιομέτρων! Αυτό δεν είναι λάθος του μοντάζ. Διότι το μοντάζ βρίσκει ισορροπία, στο τι σκηνοθετικά πλάνα υπάρχουν σαν γενικό υλικό. Το εν λόγω αποτέλεσμα σκηνοθεσίας - μοντάζ (ξαναλέω, μόνο σε κάποιους από τους πρώτους Σταθμούς) είναι μακροπρόθεσμα μια μη λειτουργική συμπύκνωση ιδεών. Λειτουργεί δηλαδή μεν δυναμικά, σαν μια αισθαντική μικροκλίμακα αξιοπρόσεκτων εικόνων, αλλά στο σύνολο της Μεγάλης Εικόνας για την αφήγηση και τη Θεματική του ντοκιμαντέρ, αυτό το μοτίβο κρίνεται ως παρεμπόδιση στόχου.

Για αυτόν το λόγο, κάτι λείπει αισθητά από την παρακολούθηση του θεατή. Κάτι που δεν διασώζεται, ούτε με το να βλέπουμε για πολλή ώρα αλλεπάλληλες επιγραφές των λέξεων “Ιερά Οδός” (σε καταστήματα, δρόμους, τοίχους κτλ). Επίσης, δεν ταιριάζουν όλα κάθε φορά, ακόμη και στην αφηγηματική φωνητική διάσταση. Φερειπείν, ενώ βρισκόμαστε σε στιγμή της ταινίας στο Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών, το να ακούμε ανασκόπηση για το προσωπικό βίωμα της σκηνοθέτριας στη Θεσσαλία, δεν νομίζω, ότι εντάσσεται στο όλο καλλιτεχνικό εγχείρημα (εννοώντας, από άποψη μη συσχετικής τοποθεσίας, μνήμης και διαδρομής στο όλο εγχείρημα των συγκεκριμενοποιημένων 21 χλμ). Και πιο σφαιρικά, το Ύφος σε ένα τέτοιο ντοκιμαντέρ, δεν ισορροπεί πάντοτε ιδανικά ανάμεσα στο προσωπικό Σινεμά και στο κοινωνικοϊστορικού περιεχομένου Σινεμά, για την Ιερά Οδό. Τέλος, στα αρνητικά σημεία της ταινίας, οφείλουμε να επισημάνουμε τον πραγματικά πολύ απότομο Επίλογο! Με ένα πραγματικά αιφνιδιαστικό τέλος, το οποίο επικυρώνει με άτσαλο τρόπο, ότι η ταινία δυστυχώς δεν επικεντρώνεται, όσο θα υποσχόταν, στα σαγηνευτικά Ελευσίνια Μυστήρια. Αυτή είναι η Αχίλλειος Πτέρνα του ντοκιμαντέρ της Παράσχη. Δηλαδή, προσπαθεί μεν το ντοκιμαντέρ να πει κάτι για τον Ερμή, τη Δήμητρα, την Περσεφόνη, την Αφροδίτη, για τις ανθρώπινες δοξασίες, αλλά δεν εμβαθύνει ποτέ επί τούτου.

Θετικός ωστόσο, παραμένει ο τρόπος σκέψης με προσαρμόσιμο υλικό ορισμένων στοιχείων μεθοδολογίας στο ντοκιμαντέρ: Α) Με τεχνική Voiceover της σκηνοθέτριας (η φωνή της ακούγεται σε ρόλο αφηγήτριας, ενόσω βλέπουμε άλλες παραστάσεις που καταγράφει η κάμερά της). Β) Με ειδικό μοντάζ, κατηγορίας “J-Cut”, έχοντας προσωρινά αλλιώτικη σχέση ήχου και εικόνας (προσοχή: δεν εννοώ “Jump Cut”, άλλο πράγμα λέω). Εδώ ο ήχος εισέρχεται σε ορισμένα πλάνα της ταινίας με τη φωνή των προσώπων που μίλησαν, η οποία πρωτοσυστήνεται ακουστικά, προηγηθείσα της φυσικής τους παρουσίας. Αυτό το ειδικό μοντάζ, μόνο με τον προερχόμενο ήχο από το επόμενο οπτικό πλάνο, όπως έχω γράψει και παλιότερα σε άλλες κριτικές, λέγεται “J-Cut” (όπου μετά από λίγο, ο ήχος που προηγήθηκε, ανταποκρίνεται πλέον και στην κατάλληλα εφαπτόμενη εικόνα, η οποία καταφθάνει να τον συναντήσει τελικά). Η ταινία της Παράσχη το επιλέγει αρκετές φορές το “J-Cut” (μοντάζ το οποίο -για όποιον ενδιαφέρεται σχολαστικά για τεχνικές λεπτομέρειες- ναι, διαχωρίζεται από τα Voiceover των υπολοίπων προσώπων που μιλούν στην ταινία αυτή).

Και θα ήταν καλό, να το κρατήσει ως στοιχείο αφηγηματικής υπογραφής, στην ακόλουθη Φιλμογραφία της η Παράσχη. Γ) Παρατηρείται παρουσία / ιδέα μικροσκοπικών ή και πολύ πιο μεγάλων ζώων, που καταλαμβάνουν σημαντικό ρόλο στο προσκήνιο της κάμερας (όπως η γάτα, η χελώνα, οι αγελάδες οπτικά ή ο κοκκινολαίμης νοητικά). Δ) Τα πρόσωπα που μιλούν, εκφράζουν ελεύθερα την άποψή τους. Και έτσι ακούμε χρήσιμες, αλλιώτικες οπτικές γωνίες, που δύσκολα θα φανταζόμασταν -σαν κινηματογραφόφιλοι- πως υπάρχουν. Μα ανταποκρίνονται πράγματι, στην αλλιώτικη καθημερινότητα και Ατομικότητα άλλων ανθρώπων (όπως η μη δημοφιλής άποψη, ενός οδηγού νταλίκας, ο οποίος αναφέρει, ότι τούτο το επάγγελμα “κάποτε είχε prestige”). Ε) Η αναφορά του ημι-Μαραθωνίου από τον Κεραμεικό στην Ελευσίνα (βεβαίως αυτή, στην ταινία προστέθηκε στο Σημείο - Σταθμό του Βοτανικού), είναι σημαντική, για μια έξυπνα επικοινωνιακή διασύνδεση Σύγχρονου και Αρχαίου Κόσμου, στο ευρύ κοινό. Στ) Η πληροφορία, ότι “η Σύγχρονη Λεωφόρος “έκοψε” την (Αρχαία) Ιερά Οδό για πάντα στα δύο”, εφόσον μιλάμε για ταινία ντοκιμαντέρ, πάντοτε είναι χρήσιμη και εύστοχη.

Βεβαίως, υπάρχουν και ουδέτερες στιγμές στο έργο. Όπως η θρησκευτική - χριστιανική αποτύπωση, κατά τα μισά της διαδρομής. Εδώ βλέπουμε μια εκκλησία, αναμμένα κεράκια και κατάνυξη. Το πώς εισέρχεται αυτή η στιγμή εγκεφαλικά στους θεατές της ταινίας, εξαρτάται, από το τι Κοσμοθεωρία έχει γενικότερα στη ζωή του ο κάθε θεατής. Εάν είναι ένθεος, τότε ξαφνικά βρίσκεται σε ένα κομμάτι της ταινίας, που για εκείνον αποκτά “θεόσταλτο” αρμονικό νόημα, δίχως απορίες. Δίχως συνοδευόμενες (εύλογες) επιθυμητές ερωτήσεις και απαντήσεις, περί κινηματογραφικής συσχέτισης. Καθόσον, τον πρώτο λόγο στη ζωή εκείνου έχει πάντοτε η δογματική πίστη του. Εάν πάλι είναι άθεος, τότε αντιθέτως η υπόσχεση του ντοκιμαντέρ για τη διασύνδεση με τον Αρχαιοελληνικό Κόσμο, τη Φιλοσοφία, τον μυσταγωγικό προορισμό για τα Ελευσίνια Μυστήρια και το που βρίσκονται όλα αυτά στο Σήμερα, ξαφνικά μοιάζουν να καταβροχθίζονται από ένα “ξεκάρφωτο” θρησκευτικό νεοελληνικό κομμάτι, που για εκείνον τον θεατή κάνει την όλη ταινία να παίρνει άκαιρη τροπή. Αντιθέτως και για τους δύο θεατές αντικρουόμενης Κοσμοθεωρίας, ο αλλιώτικος Ναός της Μονής Δαφνίου, από αρχιτεκτονική και ιστορική άποψη, καταδεικνύει το πέρασμα των αιώνων με την αποτυπωμένη εναλλαγή (αρχαιοπρεπή, μεσοβυζαντινή, οκταγωνική και πιο σύγχρονη) των ανθρώπινων δοξασιών (“Τα Σημάδια στο Σώμα του Ναού”, όπως ωραία λέει και η αφηγήτρια).

Το συμπέρασμα είναι, ότι η σκηνοθέτρια Παράσχη παρουσιάζει μεν κάτι ποιοτικό, στην πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους. Εάν κάποιος είναι γνώστης της Αρχαίας Ιεράς Οδού και της ατμόσφαιρας των Ελευσίνιων Μυστηρίων, θα εκτιμήσει στοιχεία της ταινίας. Εάν όμως δεν γνωρίζει περί τίνος πρόκειται, τότε θα πάρει μόνο ένα ψήγμα από την αύρα τους και δεν θα καταλάβει και πολλά πράγματα από την παρακολούθηση της ταινίας. Και εκεί, η έρευνα δεν τα καταφέρνει, διότι επιχειρεί μια αυθόρμητη, γοητευτική, μα όχι περισσότερο τεκμηριωμένη προσέγγιση. Η ενημερωτική προσέγγιση υπάρχει μεν, αλλά σε αναφορικό και όχι σε αναλυτικό επίπεδο. Αλλά έτσι και αλλιώς, είναι τόσο σύνθετο και δύσκολο το Θέμα, το οποίο η ίδια η σεναριογράφος - σκηνοθέτρια διάλεξε, που ήθελε περισσότερη εμπειρία στο κομμάτι της συνολικής έρευνας. Όχι μόνο για τα Ελευσίνια Μυστήρια, μα για όλη τη διερευνητική προσέγγιση στην Ιερά Οδό. Για οποιαδήποτε σκηνοθέτρια που παρουσιάζει την πρώτη της ταινία μεγάλου μήκους, ήταν τεράστια η δυσκολία να ανταποκριθεί πολυεπίπεδα σε τέτοιου βεληνεκούς Θεματική. Το πρόβλημα βρίσκεται, στην επικοινωνιακή Φόρμα της ταινίας σαν πρακτικό αποτέλεσμα, μεταξύ κινηματογραφικής Μύησης, Εκπαίδευσης και Ψυχαγωγίας. Κάτι που προκύπτει, από την ίδια την έρευνα.

Η εφησυχαστική ατάκα, “δεν μπορούν να ειπωθούν τα Ελευσίνια Μυστήρια”, πρακτικά σε έναν βαθμό ισχύει, όμως δεν επαρκεί, για να δικαιολογήσει τη δυσκολία της απαιτητικής έρευνας του ντοκιμαντέρ. Από ένα ντοκιμαντέρ περιμένεις, πάντοτε, το παραπάνω βήμα! Παρά τις δυσκολίες. Ένα βήμα, που οφείλει να γίνει κάποια στιγμή στην εξέλιξη μιας τέτοιας ταινίας. Εδώ όμως το έργο μαρτυρά, ότι η εξέλιξη δεν θα φέρει την ανατροπή με αναπληρωμένη έρευνα. Καθότι, μπορεί μεν η ταινία να έχει σωστή κινηματογραφική διάρκεια για ψυχαγωγική παρακολούθηση σε Αίθουσα (τα 73 λεπτά είναι ένας λογικός χρόνος), όμως κάποια στιγμή, φτάνοντας περίπου στα μισά της ταινίας, βρισκόμαστε Θεματικά μόλις στο 6ο χιλιόμετρο της επιθυμητής διαδρομής της Ιεράς Οδού. Και εκεί, πιθανότατα ο θεατής θα αναρωτηθεί με έντονο δισταγμό “που το πάει αφηγηματικά το μοτίβο της, τούτη η ταινία;”

Ωστόσο, ενδιαφέρουσες ιδέες έκφρασης και πλάνων, πιο πολύ αποσπασματικά, απέδειξε πως διαθέτει η Παράσχη! Δεν είναι δίκαιο, να είμαστε απόλυτα αυστηροί μαζί της. Διότι όπως και να έχει, η ίδια απέδειξε, πως διαθέτει καί τόλμη. Συν τοις άλλοις, τοποθέτησε κινηματογραφικά την ειλικρίνειά της στη δυσκολία της έρευνας (λέγοντας, πως διήνυσε πολύ δρόμο και ήταν αργά πλέον, για να κάνει η ίδια τότε πίσω). Θα ήθελα όμως να δω, ποια θα είναι η επόμενή της δουλειά σε ταινία μεγάλου μήκους. Τότε η ίδια, λογικά, θα έχει αποκτήσει και περισσότερη πείρα. Προκειμένου να κατανοήσουμε καλύτερα, προς τα που μπορεί να κινηθεί κινηματογραφικά. Συνεπώς, οι εντυπώσεις που απομένουν συγκλίνουν προς τη μεριά του... Θετικές. Πιο πολύ, βάσει των ελπιδοφόρων δυνατοτήτων, της ειλικρίνειας και της εφευρετικότητας, που η ίδια η Παράσχη ελευθέρωσε. Και όχι τόσο, βάσει του αποτελέσματος που παρουσίασε.

Σκεπτικό…

Ιερό της Αφροδίτης

Για την ακρίβεια, το Ιερό της Αφροδίτης και του Έρωτα. Σκηνοθετικά κάδρα, με τον Αρχαιολογικό Χώρο στον Σκαραμαγκά. Οι Μύστες αφιέρωναν δώρα στη Θεά και τα άφηναν σε εσοχές, που σχηματίστηκαν φυσικά στον επιβλητικό βράχο.

Σκηνοθετικά κάδρα, με μαραμένα τριαντάφυλλα. Μαραμένα μικρά τριαντάφυλλα, σαν μικρογραφίες κάθε ιστορίας Έρωτα. Απευθυνόμενες στο Ιερό της Αφροδίτης, μαζί με ταιριαστά προφορικά σχόλια από τη σκηνοθέτρια - αφηγήτρια για την Ιδέα του Έρωτα. Ο οποίος πρέπει να αντέξει από τους ανθρώπους στο Χρόνο.

Εδώ πράγματι, η σκηνοθεσία και το μοντάζ κατάλαβαν την απλότητα και την ουσία της συνεργασίας τους. Καθότι, απλότητα και ουσία, ελευθερώνουν ένα πολύ επικοινωνιακό μήνυμα προς τον θεατή.

Πιο Αναλυτικά…

Φράση, Έρευνα, Αλληγορία

Στο 10ο χιλιόμετρο της διαδρομής, στο ρέμα Δαφνίου – Σκαραμαγκά, ακούμε τη χαρακτηριστική αφηγηματική φράση, της σκηνοθέτριας: “Ο δρόμος δεν χάθηκε, απλώς θάφτηκε… Όπως και οι αλήθειες... Αφήνουν ίχνη…” Αυτή, είναι μια από τις πιο κατάλληλα προσαρμοσμένες φράσεις, η οποία άγγιξε μια σημαντική αλήθεια στη Θεματική του ντοκιμαντέρ.

Και παράλληλα, μια ρεαλιστική προσέγγιση στην προσωπική έρευνα και ματιά της Παράσχη, ως προς την αποκαλυπτική και αλλιώτικη στο πέρασμα του χρόνου, διαδρομή της Ιεράς Οδού.

Ενώ αργότερα, το μοντάζ και η σκηνοθεσία επιτέλους βρίσκουν μαζί και το κάτι παραπάνω. Δηλαδή σκόπιμη δυσαρμονία, εκφράζοντας μαζί έξυπνα ένα αντικρουόμενο, αλληγορικό μοτίβο. Εμπόδια στο δρόμο, συρματοπλέγματα και κάκτοι, σαν όρια, κάνουν τον θεατή να σκεφτεί σε πιο ιστορικό και διαδραστικό πλαίσιο, την πολυεπίπεδη αντιξοότητα στην όλη αποστολή του ντοκιμαντέρ.

Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr

Smart Search Module