ΘΑ ΦΥΓΩ ΜΙΑ ΜΕΡΑ - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Τα τελευταία χρόνια ο κινηματογράφος επιστρέφει όλο και συχνότερα στη μαγειρική, μετατρέποντας την κουζίνα σε χώρο πίεσης, μνήμης, προσωπικών αδιεξόδων, αλλά και κοινωνικών σχέσεων. Το στρες της επιτυχίας του σεφ μοιάζει πλέον μεταδοτικό, περνώντας από τους χαρακτήρες στις ίδιες τις ταινίες που περιστρέφονται γύρω από αυτό. Βέβαια, από τη μία πλευρά βρίσκεται η ταινία του Γκάμπριελ Άξελ "Η Γιορτή της Μπαμπέτ" (1987), όπου το φαγητό αποκτά σχεδόν πνευματική διάσταση, και από την άλλη η ταινία του Πίτερ Γκρίναγουέι "Ο Μάγειρας, ο Κλέφτης, η Γυναίκα του και ο Εραστής της" (1989), όπου η γαστρονομία μετατρέπεται σε πεδίο εξουσίας, σήψης και κοινωνικής βίας και κάπου ανάμεσα όλες οι υπόλοιπες μέσα σε ένα ελλειπτικό διάγραμμα. Στην περίπτωση του "Θα φύγω μια μέρα", η σκηνοθέτις Αμελί Μπονέν επιχειρεί να κινηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές διαθέσεις και κινηματογραφικά είδη, φλερτάροντας διαρκώς με το μιούζικαλ, το δράμα, την κωμωδία και τη συναισθηματική νοσταλγία, χωρίς ωστόσο να ταυτίζεται ουσιαστικά με κάποιο από αυτά.

Η ιστορία ακολουθεί μια γυναίκα που επιστρέφει στον τόπο από τον οποίο κάποτε προσπάθησε να φύγει, βρίσκοντας μπροστά της πρόσωπα, συνήθειες και καταστάσεις που παρέμεναν σχεδόν ακίνητες στον χρόνο. Η οικογένεια, η δουλειά, η κουζίνα και οι μικρές επαναλήψεις της καθημερινότητας την επιστρέφουν διαρκώς σε έναν κόσμο που συνέχισε να υπάρχει ακόμη και μετά την αποχώρησή της. Έτσι, η φυγή μοιάζει περισσότερο με σκέψη που επανέρχεται παρά με πραγματική δυνατότητα και ο ίδιος ο τίτλος της ταινίας αποκτά έναν τόνο νοσταλγικό, υπόσχεση που μάλλον αιωρείται χωρίς να ολοκληρώνεται ποτέ. Το μιούζικαλ(;) αποτελεί μέρος της δραματουργίας και επιστρέφει ως ανάμνηση μιας εποχής που έχει χαθεί, κουβαλώντας μαζί της πρόσωπα, επιθυμίες και συναισθήματα που παραμένουν βυθισμένα σε μια αθέατη ζώνη.

Η Αμελί Μπονέν επιλέγει χαμηλούς τόνους αποφεύγοντας τις δραματικές εξάρσεις, οδηγώντας τις σχέσεις και τους χαρακτήρες να εξελιχθούν μέσα από μικρές καθημερινές στιγμές. Η επιλογή αυτή δημιουργεί μεν αίσθηση οικειότητας, ιδιαίτερα στις σκηνές που περιστρέφονται γύρω από την κουζίνα και τη συλλογική παρουσία των προσώπων, αλλά ταυτόχρονα, αρκετές σεκάνς παρατείνονται χωρίς ουσιαστική μεταβολή της έντασης, με αποτέλεσμα ο ρυθμός να χάνει σταδιακά τη δυναμική του.

Η χρήση της μουσικής ως μιούζικαλ παραμένει ένα από τα πιο αμφίβολα στοιχεία της ταινίας. Τα τραγούδια εμφανίζονται διαρκώς μέσα στην αφήγηση, σέρνοντας μια νοσταλγία για πρόσωπα και στιγμές που έχουν χαθεί, χωρίς όμως να γίνεται πάντα σαφές γιατί η ταινία επιλέγει να περάσει σε αυτή τη μορφή. Σε αρκετές περιπτώσεις η ροή μοιάζει να διακόπτεται και το αποτέλεσμα θυμίζει περισσότερο παρένθεση παρά οργανικό κομμάτι της ιστορίας. Οι ερμηνείες κινούνται στο ίδιο χαμηλότονο ύφος με την υπόλοιπη ταινία, κουβαλώντας κάτι ανολοκλήρωτο, σαν οι χαρακτήρες να παραμένουν εγκλωβισμένοι ανάμεσα σε αυτό που υπήρξαν και σε αυτό που προσπάθησαν να γίνουν. Το στοιχείο αυτό περνά σταδιακά στις μεταξύ τους σχέσεις και ενισχύει τον νοσταλγικό τόνο που διατρέχει ολόκληρη την ταινία.

Το «Θα φύγω μια μέρα» αφήνει τελικά στον ουρανίσκο την επίγευση μιας ταινίας που αναζητά περισσότερο τη συναισθηματική της θερμοκρασία παρά την κορύφωση. Η νοσταλγία, η μουσική και οι συναισθηματικές της καθημερινότητας είναι οι σταθερές επιστροφές ενός κόσμου που αρνείται να χαθεί ολοκληρωτικά, ακόμη κι όταν οι άνθρωποί του προσπαθούν να απομακρυνθούν από αυτόν.

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module