HOKUM - Κώστας Κωνσταντινίδης

 

 

Για να μιλήσουμε για την ταινία Hokum πρέπει πρώτα να αποδεχτούμε από κοινού μια σύμβαση: ο τρόμος λειτουργεί γιατί εσύ αποδέχεσαι τους όρους. Σε τοποθετεί μέσα στη διαδικασία, σε καλεί να πιστέψεις, να αμφιβάλεις, να επιστρέψεις. Το παιχνίδι είναι εξαρχής στημένο και δηλώνεται ανοιχτά. Το “hokum” δεν είναι παρά μια κατασκευή που λειτουργεί επειδή επιλέγεις να λειτουργήσει, ένα σχήμα που αποκτά ισχύ τη στιγμή που θα το αποδεχθείς και μόλις επέλθει αυτή η σύναψη, τότε τίθεται σε λειτουργία ο μηχανισμός του τρόμου.

Από την πρώτη στιγμή η ταινία σε τοποθετεί στον χώρο της και ορίζει τι πρόκειται να επακολουθήσει. Ένα δωμάτιο ξενοδοχείου μετατρέπεται σε πεδίο δράσης υπερφυσικών φαινομένων, μια επιλογή γνώριμη στο είδος, με πολλές αντίστοιχες καταγραφές στη μνήμη του θεατή. Η διαδρομή προς την απόμερη ιρλανδική πανσιόν περνά μέσα από ένα εξαιρετικό νότιο ιρλανδέζικο τοπίο, το οποίο ντύνεται μουσικά από το παραδοσιακό σκωτσέζικο τραγούδι του Τόμας Μουρ «Oft in the Stilly Night», μέσα από τη φωνή του Τζον ΜακΚόρμακ, σε μια ατμοσφαιρική εκτέλεση που ενισχύει τη διαδρομή προς τον χώρο όπου πρόκειται να εξελιχθεί η ιστορία. Ο ηλικιωμένος ιδιοκτήτης της πανσιόν που αφηγείται ιστορίες τρόμου σε δύο μικρά παιδιά, ο ρεσεψιονίστ με το διφορούμενο ύφος, η παράξενη βαλίτσα που αφήνει ένας εργαζόμενος συνθέτουν μια εισαγωγή που παραπέμπει ευθέως σε έναν κόσμο τρόμου.

Σκόρπιες και φαινομενικά ασύνδετες εικόνες γύρω από τον Μπάουμαν δημιουργούν μια αυξανόμενη ένταση που διαχέεται στον χώρο. Η υποτονική μουσική λειτουργεί υπόγεια, ενώ σε πολλά σημεία η ταινία επιλέγει την απόλυτη σιωπή, αφήνοντας να ακουστεί μόνο το αόρατο θρόισμα του αέρα. Έτσι, ο χώρος αποκτά ενεργό ρόλο και συμμετέχει σε ό,τι εκτυλίσσεται. Οι ιρλανδικοί θρύλοι και η τοπική παράδοση, γεμάτοι με μάγισσες και δεισιδαιμονίες, διαπερνούν την αφήγηση και δημιουργούν εκείνη τη συνθήκη όπου ο φόβος περνά στο σώμα: η καρδιά επιταχύνει, η ανάσα γίνεται κοφτή, οι παλάμες πλησιάζουν το στόμα, σα να εμποδίζουν την είσοδό του κακού στο μέσα μας.

Ο φακός του ΜακΚάρθι κινείται συχνά κάθετα ως προς τα υποκείμενα και αυτή η επιλογή εντείνει την αίσθηση του κινδύνου, φέρνοντας τα πρόσωπα σε μια πιο άμεση σχέση με το περιβάλλον τους. Η κίνηση παραμένει ελεγχόμενη, υπηρετεί τη σκηνή και κατευθύνει την προσοχή εκεί όπου πρέπει να σταθεί. Το μοντάζ λειτουργεί ως μοντάζ συνέχειας, με ακρίβεια στον τεμαχισμό των πλάνων και σωστό timing που ενώνει τα επιμέρους κομμάτια σε μια δραματουργική ροή και το κάθε cut έρχεται τη στιγμή που χρειάζεται, διατηρώντας την ένταση και οδηγώντας τη σκηνή χωρίς περιττές παρεμβάσεις.

Η ταινία εντάσσεται σε μια γνώριμη κινηματογραφική διαδρομή όπου η κλειστοφοβική κινηματογράφηση λειτουργεί ως πεδίο εκδήλωσης του τρόμου. Η παρουσία ενός συγγραφέα εγκλωβισμένου σε δωμάτιο ξενοδοχείου φέρνει στον νου το “1408” του Μίκαελ Χάφστρομ, ενώ η σχέση του χώρου με την ψυχολογία του χαρακτήρα παραπέμπει στη «Λάμψη» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ. Οι αναφορές λειτουργούν ως σημεία τοποθέτησης μέσα σε μια γραμμή που έχει ήδη χαραχθεί, την οποία η ταινία ακολουθεί.

Το φινάλε, όμως, οδηγεί σε μια λύση που αποδυναμώνεται από ότι έχει προηγηθεί. Η ένταση που χτίστηκε σταδιακά εκτονώνεται χωρίς την αντίστοιχη κορύφωση και η διαδρομή ολοκληρώνεται με τρόπο που αφήνει ανοιχτό το ερώτημα για την αντοχή του μηχανισμού. Το Hokum ολοκληρώνεται πιστό στην εννοιολογική του ταυτότητα: ένα στημένο σχήμα που λειτουργεί επειδή το αποδέχεσαι. Ένα hokum…

Κώστας Κωνσταντινίδης

Smart Search Module