Ο κινηματογράφος, ως η πιο συλλογική μορφή τέχνης, επιτρέπει πολλαπλές αναγνώσεις και αντίστοιχες προσεγγίσεις. Ανάμεσά τους, όμως, τρεις είναι οι άξονες που παραμένουν διαχρονικά σταθεροί παρά την αλματώδη εξέλιξή του: η αισθητική της εικόνας, η σημειολογία των στοιχείων της και η ιδεολογική κατεύθυνση που αυτά συγκροτούν. Η εικόνα οργανώνεται, τα σημεία αποκτούν νόημα και μέσα από αυτά αναπτύσσεται ένας κόσμος με συγκεκριμένους κανόνες.
Στην περίπτωση της ταινίας, πίσω από τη μόδα, το λούστρο και την αδιάκοπη ροή εικόνων, αρχίζει να διαγράφεται ένας κόσμος που δηλώνεται συνειδητά: ένας μηχανισμός που οργανώνει ιεραρχίες, ρυθμίζει συμπεριφορές, επιβάλλει κανόνες και ασκεί κοινωνική εξουσία.
Οι ίδιες φιγούρες κινούνται μια δυο δεκαετίες αργότερα, αλλά το περιβάλλον διατηρείται ίδιο όπως και τα πισώπλατα μαχαίρια. Η διαφορά βρίσκεται απλώς στα σημεία, στη μετάδοση της πληροφορίας, καθώς η εικόνα κυκλοφορεί διαρκώς μέσα από οθόνες και πλατφόρμες που ανανεώνουν τους κανόνες με ταχύτητα και η επιρροή διαχέεται, επαναπροσδιορίζοντας ένα σύστημα συνεχούς έκθεσης και αξιολόγησης. Η εξουσία δεν εξαφανίζεται, ούτε μετασχηματίζεται. Απλώς προσαρμόζεται σε νέους τρόπους επιβολής. Παράλληλα, το στιλ κυριαρχεί εις βάρος της δραματουργικής έντασης και η αφήγηση ακολουθεί αυτή την επιλογή, επιστρέφοντας σε γνώριμα σχήματα και πατώντας στη νοσταλγία της πρώτης ταινίας χωρίς να απομακρύνεται ουσιαστικά από αυτήν, γεγονός που καθιστά αμφίβολο αν θα διατηρήσει την ίδια απήχηση στον χρόνο.
Ο Ντέιβιντ Φράνκελ επενδύει στην εικόνα με συνέπεια, οργανώνοντας ένα σύμπαν που λειτουργεί με όρους επιφάνειας. Τα ρούχα, τα σώματα, οι χώροι συνθέτουν ένα αποτέλεσμα που επιδιώκει τη συνεχή εντύπωση. Η αφήγηση ακολουθεί αυτή την επιλογή, μετατοπίζοντας το κέντρο από τη δραματουργία στην αισθητική παρουσία. Το αποτέλεσμα είναι μια συνθήκη θέασης που παραμένει ευχάριστη στο βλέμμα, αλλά σπάνια αποκτά το βάθος που επιτρέπει την ουσιαστική μετατόπιση των χαρακτήρων.
Παρά τις αλλαγές στο περιβάλλον, η βασική δομή παραμένει αναγνωρίσιμη. Η βιομηχανία της μόδας οργανώνεται ως σύστημα ιεραρχίας, στο οποίο οι ρόλοι καθορίζονται με σαφήνεια και η πρόσβαση διαμεσολαβείται από κέντρα ισχύος. Η εξουσία ασκείται μέσα από επιλογές, αποκλεισμούς και την κατασκευή επιθυμιών, ορίζοντας ένα στεγανό κάδρο όπου η επιτυχία συνδέεται με την προσαρμογή. Η επανάληψη αυτού του μοτίβου επιβεβαιώνει μια σταθερή συνθήκη που συνεχίζει να αναπαράγεται ακόμη κι αν έχουν περάσει δύο δεκαετίες.
Η ταινία αναγνωρίζει τη δυναμική του πρώτου μέρους και επανέρχεται σε γνώριμες μορφές και σχέσεις. Η νοσταλγία λειτουργεί ως βασικό εργαλείο σύνδεσης με τον θεατή, δημιουργώντας ένα αίσθημα άμεσης οικειότητας. Ωστόσο, αυτή η επιλογή περιορίζει τη δυνατότητα ριζικής ανανέωσης. Η συνέχεια προσφέρεται ως κλειστό σύστημα υπό το πρίσμα του αρχικού της υποδείγματος, δεμένη με αυτό, επιβεβαιώνοντας τις προσδοκίες που έχει ήδη δημιουργήσει.
Οι ερμηνείες λειτουργούν ως σταθερά σημεία σε έναν χώρο που μεταβάλλεται διαρκώς. Η Μέριλ Στριπ προσεγγίζει τη Μιράντα με ακρίβεια που είναι αυτονόητη, έχοντας κάνει δικό της τον ρυθμό και τον μηχανισμό της εξουσίας που εκπέμπει ο χαρακτήρας. Ο Στάνλεϊ Τούτσι αφήνει μια λεπτή ειρωνεία να διαπεράσει τη φυσική του άνεση, μια απόσταση που φωτίζει τον κόσμο του και τον κρατά σταθερό. Η Αν Χαθαγουέι ακολουθεί εσωτερική διαδρομή, με καθαρές και μετρημένες κινήσεις που χτίζουν σταδιακά την παρουσία της. Μαζί στήνουν ένα τρίγωνο που στηρίζει τον κόσμο της ταινίας και τον κρατά σε ισορροπία.
Φαινομενικά όλα λειτουργούν. Αν όμως η κάμερα μετακινηθεί ελάχιστα από τη γεωμετρία της, το λούστρο υποχωρεί και αποκαλύπτεται ο μηχανισμός που το συντηρεί. Ο Φράνκελ επιλέγει να παραμείνει στο πρώτο, συντηρώντας ένα σύμπαν που γνωρίζει ήδη πολύ καλά πώς να αναπαράγεται εις βάρος άλλων. Σε μια συγκυρία κατά την οποία οι ΗΠΑ επαναδιατυπώνουν τη γεωπολιτική τους στάση υπό την επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ στο εσωτερικό τους παραμένουν έντονες κοινωνικές ανισότητες, αστείρευτη φτώχεια και σοβαρά προβλήματα πρόσβασης στην υγεία, ο Φράνκελ επιλέγει να εστιάσει στον αδιάκοπο πλούτο και στην εξουσία που αυτός ασκεί, απομακρυνόμενος από κάθε ένδειξη ρήξης με την πραγματικότητα μέσα στην οποία λειτουργεί. Και εδώ μπαίνει ο σημειολογικός άξονας, που συμπαρασύρει την ιδεολογική μου δικλείδα ασφαλείας.
Κώστας Κωνσταντινίδης
