Από την πρώτη κιόλας σκηνή γίνεται σαφές ότι η «Michael» του Αντουάν Φουκουά είναι μια ταινία που ξέρει να παράγει θέαμα και καλά κάνει, γιατί ο κινηματογράφος είναι και θέαμα. Η αναπαράσταση είναι άψογη, η ενέργεια στη σκηνή μεταφέρεται αυτούσια, και ο Τζαφάρ Τζάκσον μιμείται τον Μάικλ με ακρίβεια που εντυπωσιάζει. Ωστόσο, άλλο θέαμα και άλλο αλήθεια. Και σε βιογραφίες θεοποιημένων προσώπων όπως ο Μάικλ Τζάκσον, η ουσία βρίσκεται συνήθως στο δεύτερο.
Τα τελευταία χρόνια η κινηματογραφική βιομηχανία δείχνει μια έντονη στροφή προς τις βιογραφίες μουσικών προσώπων που διαμόρφωσαν τον 20ό αιώνα. Από το «Maestro» του Μπράντλεϊ Κούπερ (2023) για τον Λέοναρντ Μπερνστάιν, μέχρι το «Elvis» του Μπαζ Λούρμαν (2022) και το «A Complete Unknown» του Τζέιμς Μάνγκολντ (2024) για τον Μπομπ Ντίλαν, οι ταινίες αυτές δεν περιορίστηκαν στο να αναπαράγουν το μύθο των καλλιτεχνών τους. Αντίθετα, άνοιξαν χώρο για τις παθογένειες, τις αντιφάσεις και τα σκοτεινά σημεία που συνόδευαν τη δημιουργία τους. Ακόμη και όταν το θέαμα ήταν έντονο, όπως στον Λούρμαν, η αφήγηση δεν απέφυγε τις σκοτεινές περιοχές των χαρακτήρων τους.. Σε αυτό το πλαίσιο, η εκδοχή του Φουκουά μοιάζει να ανήκει στην ίδια οικογένεια, αλλά χωρίς να τολμά να αγγίξει τα πιο δύσκολα κεφάλαια του Μάικλ Τζάκσον.
Ο Φουκουά επιλέγει να αφηγηθεί μια διαδρομή όπου οι άνθρωποι που διαμόρφωσαν τον Μάικλ εμφανίζονται ως φευγαλέες φιγούρες. Η απουσία της αδελφής του, Τζάνετ Τζάκσον, αφαιρεί από την ιστορία το πιο κοντινό του πρόσωπο, εκείνο που μπορούσε να τον αντικρίσει χωρίς φόβο και χωρίς δέος. Η επιδερμική παρουσία του Κουίνσι Τζόουνς αφαιρεί την καρδιά της δημιουργίας: χωρίς τον Κουίνσι δεν υπάρχει ο ήχος που εκτόξευσε τον Μάικλ σε παγκόσμιο φαινόμενο. Το ίδιο ισχύει και για τους υπόλοιπους συνεργάτες που υπήρξαν καθοριστικοί, από τον Τζον Μπράνκα μέχρι τους Μπρους Σουέντιεν και Ροντ Τέμπερτον. Όλοι αυτοί οι φωτεινοί δορυφόροι του Μάικλ υπάρχουν στην ταινία, αλλά δεν παίζουν τον ρόλο που είχαν στην πραγματικότητα, με αποτέλεσμα η αφήγηση να παρουσιάζει μια καριέρα σχεδόν αυτόνομη, σαν να χτίστηκε χωρίς τους ανθρώπους που τη μετουσίωσαν σε αυτό που έγινε.
Στο κέντρο της αφήγησης βρίσκεται η σχέση του Μάικλ με τον πατέρα του. Ο Ζόζεφ Τζάκσον, τον οποίο υποδύεται έξοχα ο Κόλμαν Ντομίγκο, παρουσιάζεται ως αυστηρός, καταπιεστικός και βαθιά φιλάργυρος και η ταινία το δείχνει αυτό χωρίς περιστροφές. Εκεί όμως που διστάζει ο Φουκουά είναι στο βάθος της εξουσίας του: στο πώς ο Ζόζεφ δεν διαχειριζόταν απλώς τα οικονομικά, αλλά ολόκληρη την ψυχοσύνθεση του Μάικλ, με συνέπεια ο Μάικλ να μην καταφέρει ποτέ να πάει κόντρα στον πατέρα του επειδή η ταυτότητά του είχε χτιστεί πάνω στον φόβο και την ανάγκη για αποδοχή. Η μητέρα του, Κάθριν, στην ταινία, λειτουργεί ως σιωπηλή συνθήκη: μια μορφή τρυφερότητας που όμως δεν τον προστατεύει, απλώς απαλύνει τις γωνίες ενός τραύματος που συνεχίζεται. Η σχέση τους είναι γεμάτη αγάπη, αλλά και μια αδράνεια που επιτρέπει στον πατέρα να παραμένει κυρίαρχος. Κι έτσι ο Μάικλ μεγαλώνει ανάμεσα σε έναν πατέρα που απαιτεί και μια μητέρα που συγχωρεί, χωρίς ποτέ να βρει τον χώρο να σταθεί μόνος του.
Σχεδόν σε όλη τη διάρκεια της ταινίας, τουλάχιστον στο δεύτερο μέρος όπου ο Μάικλ εμφανίζεται ενήλικας, ο Φουκουά επιμένει στην παιδικότητά του, σχεδόν σαν να πρόκειται για ένα αθώο καταφύγιο που τον προστάτευε από τον κόσμο. Αυτό που δεν τολμά να δείξει είναι η ψυχιατρική πλευρά αυτής της παιδικότητας: μια καθήλωση που ξεκινά από την καταπιεστική παρουσία του πατέρα του και συνεχίζεται στην ενήλικη ζωή του χωρίς ποτέ να καταφέρει να απεγκλωβιστεί από αυτήν. Σαφώς δεν είμαι ψυχίατρος ούτε ψυχολόγος, αλλά ως θεατής απομονώνω έναν άνθρωπο αδύναμο, που ποτέ δεν κατάφερε να απογαλακτιστεί από το περιβάλλον που τον πλήγωνε. Επομένως η παιδικότητα λειτουργεί ως κλασικό σύμπτωμα και όχι ως μια ακόμη ιδιορρυθμία του, κάτι που η ταινία μετατρέπει σε εύκολο κινηματογραφικό τέχνασμα, ένα ακόμη αισθητικό μοτίβο. Και τελικά, ίσως γι’ αυτό ο Φουκουά αποφεύγει οποιαδήποτε αναφορά στην ερωτική του ζωή, σαν να μην υπήρξε ποτέ χώρος για ενηλικίωση σε κανένα επίπεδο, ακόμη και σε αυτό που οι περισσότεροι υγιείς άνθρωποι θεωρούν αυτονόητο.
Η ταινία αγγίζει τη στιγμή που ο Μάικλ σπάει το φράγμα του MTV, αλλά την περνά σχεδόν βιαστικά. Στις αρχές των ’80s, το MTV δεν έδινε χώρο σε μαύρους καλλιτέχνες και η παρουσία του Billie Jean στο κανάλι αποτέλεσε μια πολιτισμική ανατροπή που άλλαξε τους κανόνες της μουσικής βιομηχανίας. Η Epic πράγματι πίεσε και επέβαλε, και η ταινία το αναπαριστά, αλλά σε μία μόνο σκηνή, με έναν τόνο σχεδόν χιουμοριστικό, σαν να πρόκειται για μια μικρή παρεξήγηση και όχι για ιστορική τομή. Έτσι, η στιγμή περνά απαρατήρητη, χωρίς τη συνέχεια και την πολιτική της διάσταση.
Αναμφισβήτητα, ο Τζαφάρ Τζάκσον προσφέρει μια εντυπωσιακή ερμηνεία, απολαυστική στο επίπεδο του θεάματος, με εκπληκτική ομοιότητα στη σωματική διάπλαση και στις κινήσεις. Ο Φουκουά ξέρει να το αναδεικνύει αυτό και το κάνει. Το θέαμα είναι εντυπωσιακό, η αλήθεια όμως μένει στην άκρη. Και ανάμεσα στα δύο η ουσία χάνεται, ειδικά για όσους δεν γνωρίζουν τι κρύβεται πίσω από την οθόνη…
Κώστας Κωνσταντινίδης
