Η αψεγάδιαστη διεύθυνση φωτογραφίας συντροφεύει, ποιοτικά και ποιητικά, το ταξίδι του θεατή σε όλη τη διάρκεια του έργου, αποτυπώνοντας ένα ρομαντικό και συνάμα ψυχρό Τοπίο - Κάδρο.
Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, τοποθεσίας και περσόνων, στην ταινία του σκηνοθέτη Νίκου Κορνήλιου. Τρεις μοναχικές ψυχές, οι οποίες σχηματίζουν στην πόλη με τα παλιά μεταλλεία (Λαύριο) ένα πανίσχυρο Τρίγωνο ανθρώπινης σχέσης.
Το ενσυναισθητικό Τρίγωνο, ομοιάζουσας οικογενειακής εμπιστοσύνης, που σταματά την πορεία του Χρόνου και που παρατηρεί, από ώριμη απόσταση, την προβληματισμένη και προβληματική Ανθρώπινη Ύπαρξη.
Ανάλυση
Εισαγωγή…
Η Πανελλήνια Πρεμιέρα της ταινίας είχε γίνει στο 66ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Ενώ μετά τη φεστιβαλική πορεία του στο 38ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, το έργο “Η Θάλασσα το Χειμώνα” (2025) απέσπασε αναγνώριση και διακρίσεις.
Αντιστοίχως, τόσο με την ελπιδοφόρα ανταπόκριση των θεατών (παρουσιάζοντας τότε εντυπωσιακή προσέλευση κατά την ανάλογη προβολή), εν εξελίξει του Φεστιβάλ. Όσο και με τα δύο Βραβεία (Διεθνούς Κριτικής Επιτροπής του Πανοράματος & Βραβείου Επιτροπής Κοινού), που η ταινία απέσπασε στη φεστιβαλική Τελετή Λήξης.
Τώρα, “Η Θάλασσα το Χειμώνα” κατέφθασε εκ νέου την Άνοιξη του 2026, μπροστά στα απαιτητικά μάτια των Σινεφίλ, προκειμένου να συνεχίσει το ταξίδι της καί μέσω κινηματογραφικής διανομής! Για την ακρίβεια, αυτοδιανομής, με προβολές στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος.
Γενικώς...
Τι είναι αυτό λοιπόν, που κυριαρχεί σαν πιο έντονο στοιχείο ενός διακεκριμένου κινηματογραφικού συνόλου, παρακολουθώντας την πιο πρόσφατη ταινία του σκηνοθέτη – σεναριογράφου Νίκου Κορνήλιου; Μα φυσικά, η αποτυπωμένη αίσθηση μιας υπερέχουσας, σαγηνευτικής Εικόνας – Κινηματογραφικής Ατμόσφαιρας, που ταξιδεύει με τους δικούς της ρυθμούς μες στο μυαλό του κινηματογραφόφιλου.
Τόσο κατά τη διάρκεια της παρακολούθησης του έργου, όσο και μετά την προβολή της ταινίας. Καθόλου τυχαία, η αψεγάδιαστη διεύθυνση φωτογραφίας του Ντομινίκ Κολάν συντροφεύει, ποιοτικά και ποιητικά, το ταξίδι του θεατή σε όλη τη διάρκεια του έργου, αποτυπώνοντας ένα ρομαντικό και συνάμα ψυχρό Τοπίο - Κάδρο. Μια ενδιαφέρουσα αντίφαση, τοποθεσίας και περσόνων, στην ταινία του σκηνοθέτη Νίκου Κορνήλιου.
Ναι, ο σκληρόκαρδης αύρας διαμορφωμένος τόπος, αυτών των κινηματογραφημένων πλάνων, έχει ιδιαίτερο χαρακτήρα. Με τρεις κεντρικές, ερημικές ψυχές μέσα του. Η Ναντίν, η Κατερίνα και ο Χρήστος. Τρεις μοναχικές ψυχές, οι οποίες είτε συναντήθηκαν για πρώτη φορά τώρα (Ναντίν – Χρήστος και Ναντίν - Κατερίνα), είτε γνωρίζονταν εδώ και καιρό από την εφηβεία τους (Κατερίνα και Χρήστος), σχηματίζουν στην πόλη με τα παλιά μεταλλεία (Λαύριο) ένα πανίσχυρο Τρίγωνο ανθρώπινης σχέσης. Με κρυμμένη ζεστασιά και με ισχυρή πανοπλία ψυχολογικής επιβίωσης.
Σε μια υπαρκτή μεν, αλλά δυσδιάκριτη εμπιστοσύνη. Στο ενσυναισθητικό τρίγωνο, ομοιάζουσας οικογενειακής εμπιστοσύνης, που σταματά την πορεία του Χρόνου και που παρατηρεί, από ώριμη απόσταση, την προβληματισμένη και προβληματική Ανθρώπινη Ύπαρξη. Παρατηρεί και συζητά με πόνο και παράπονο, για τη Νεότερη Ελληνική Ιστορία, με τα τρομακτικά βασανιστήρια στη γειτονική Μακρόνησο (Χρήστος). Παρατηρεί με επιστημονικό και τρυφερό τόνο, τη Γεωλογία (Ναντίν). Παρατηρεί τη Θάλασσα, με την απερίγραπτα λυτρωτική σχέση καταφυγίου της Ψυχής, που εκείνη προσφέρει, σε όσους - όσες τράφηκαν από τα δώρα της (Κατερίνα).
Η ανεξαρτητοποίηση και συνάντηση βασικών ρόλων του έργου (Ναντίν, Χρήστου, Κατερίνας) υποκινεί τη χημεία σκηνοθεσίας, μοντάζ και σεναρίου, πυροδοτώντας γοητεία ενωμένων ψυχολογικών “τυφλών σημείων” σε Προσωπικότητες – Κλειδιά για το έργο. Που παρά τη μοναχικότητά τους, έβλεπαν και δεν έβλεπαν, ότι είχαν μεγάλη, σχεδόν συμπαντική, ανάγκη να μιλήσουν και να ταιριάξουν μεταξύ τους! Μέσα από την εν καιρώ εξιστόρηση του προσωπικού και του πιο κοινωνιολογικού, αποσυναρμολογημένου πόνου τους. Κάτι που θα πραγματοποιηθεί εν καιρώ, μα διαδραστικά στην ταινία, μόλις βρεθούν στον ίδιο χωροχρόνο και συζητήσουν μεταξύ τους και οι τρεις αυτές περσόνες, σε μια έντονα *διαπεραστική συνάντηση.
Ενώ παράλληλα, η ίδια ανεξαρτητοποίηση και συνάντηση τούτων των βασικών ρόλων του έργου παρακινεί το ενδιαφέρον του θεατή για την πολυπόθητη και δικαιολογημένα υπομονετική, δημιουργηθείσα εμπιστοσύνη μεταξύ των Ναντίν, Χρήστου και Κατερίνας. Έτσι, θα κατασκευαστεί και ένα ακόμη ψυχολογικό “τυφλό σημείο” στη θέαση του κινηματογραφόφιλου, για το πόσο ταίριαζαν εξαρχής οι τρεις περσόνες αυτές. Κάτι που, το βλέπαμε και δεν το βλέπαμε, με τη σειρά μας ως θεατές! Ώστε να λειτουργήσει αποτελεσματικά με αυτόν τον τρόπο, σχεδόν αθόρυβα, το πώς φτάσαμε με επιτυχία μιας προοδευτικά αυξημένης ενσυναίσθησης στο αλλιώτικο, ταραχώδες στοιχείο της έκπληξης, με την εν κατακλείδι έντονα διαπεραστική, συνάντηση – συνομιλία των τριών ηρώων.
Τώρα κάτι άλλο, για μια δομική πτυχή στο Ύφος - Στυλ της ταινίας. Σε κάποιες αλλιώτικου τύπου ταινίες, όπου εκεί η βασική δομή αντιθέτως είναι Ντοκιμαντέρ και τα ψήγματα γοητείας συνιστούν τη Μυθοπλασία, η κινηματογραφική αφήγηση τείνει να λειτουργεί καλά. Ωστόσο εδώ, εκ των πραγμάτων εφόσον βλέπουμε Μυθοπλασία, συμβαίνει μια αντίστροφη επιλογή Καλλιτεχνικού Σκελετού. Δηλαδή, εδώ η βασική δομή είναι Μυθοπλασία και υπάρχουν ορισμένα συνοδευτικά στοιχεία ενημερωτικού – ντοκιμαντερίστικου χαρακτήρα. Με τούτη την επιλεγμένη δομή Καλλιτεχνικού Σκελετού, έρχονται όμως και οι αλλιώτικες αντιδράσεις θεατών. Αναλόγως με τα σχετικά είδη αφήγησης, που προτιμούν να παρακολουθούν και κατά συνέπεια να απολαμβάνουν, οι κινηματογραφόφιλοι.
Δηλαδή από τη μια πλευρά, αυτό το -λεπτής αφηγηματικής ισορροπίας- επιλεγμένο Ύφος – Στυλ, Μυθοπλασίας με ψήγματα Ενημέρωσης – Έρευνας – Τεκμηρίωσης, σε κάποιους θεατές θα αρέσει, κάνοντάς τους να αισθανθούν, ότι έμαθαν κιόλας ενδιαφέροντα στοιχεία Γεωλογίας ή πως άκουσαν και κάτι από την ανατριχιαστική και συνάμα διδακτική (και απαραίτητη για να βγει, για ακόμη μια φορά, στο φως της Ενημέρωσης), Ιστορία της Μακρονήσου. Όμως στον αντίποδα, σε κάποιους άλλους θεατές, θα φανεί ανοίκειο κάτι τέτοιο (εννοώντας, αποκλειστικά σαν κινηματογραφικό Στυλ – Ύφος, με επιλεγμένη δομή περίπου της τάξεως του 90% Μυθοπλασία και 10% Ενημέρωση), αποσπώντας τους από το ταξίδι μύησης στις ιδιοσυγκρασίες των μυθοπλαστικών περσόνων, κατά το καθαρά ανεξάρτητο συναισθηματικό σύμπαν της ταινίας.
Συμπερασματικά
Άρα, η συγκεκριμένη επιλογή Ύφους – Στυλ αποτελεί μεγάλο ρίσκο για την τύχη των αντιδράσεων του κοινού, απέναντι στην αμιγώς αφηγηματική διάσταση της ταινίας. Καθότι ή θα το εκτιμήσει αυτό ο θεατής, αξιολογώντας το σαν μια εύστοχη δουλειά μυθοπλαστικής υφής με ελεγχόμενα, επιπρόσθετα ενημερωτικά στοιχεία, στα οποία ο ίδιος θα βρει κιόλας τη συγκίνηση. Αλλιώς θα το παρερμηνεύσει ή θα το αμφισβητήσει κιόλας ο θεατής, αξιολογώντας το σαν μια εσφαλμένη προσπάθεια να μπουν μέσα στη μυθοπλαστική υφή “σφήνα” κάποιες ενημερωτικές πληροφορίες από χαρακτήρα ντοκιμαντέρ δημοσιογραφικής (χρήσιμης μεν, μα κάπως “ξύλινης”) περιγραφής. Μεγάλο ρίσκο λοιπόν, το εν λόγω Ύφος – Στυλ του Καλλιτεχνικού αυτού Σκελετού.
Αλλά φυσικά, όλα αυτά αφορούν μόνο όσους θεατές καταλαβαίνουν τις λεπτομέρειες στην κινηματογραφική Φόρμα μιας ταινίας. Από εκεί και πέρα, στην ταινία “Η Θάλασσα το Χειμώνα” ξεχωρίζουν, επηρεάζοντας μόνο θετικά την κινηματογραφική αφήγηση, οι δύο αντανακλώμενες επαφές ανάμεσα στα αντίστοιχα ψυχολογικά “τυφλά σημεία”, μεταξύ των περσόνων και του θεατή, που προαναφέραμε λίγο παραπάνω. Η συνάθροιση αυτών των ψυχολογικών “τυφλών σημείων” δημιουργεί μια σπάνια σχέση εγγύτητας, ανάμεσα σε θεατή και περσόνες. Έτσι, η συνολική ένωση αυτή, των ψυχολογικών σημείων, αποτελεί ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια της ταινίας!
Οι ποιοτικές και εκφραστικές ερμηνείες κάνουν ακριβώς, αυτό που χρειάζεται στην ταινία. Και βοηθούν έτσι, τούτο το σύμπαν να ζωντανέψει περισσότερο. Μυστηριώδης και με ψυχολογική πανοπλία, η Αδελαΐς Κατσίδε (ρόλος Ναντίν). Στωικός και ανθρώπινος, ο Βαγγέλης Ρόκκος (ρόλος Χρήστου). Γοητευτική και σκληροτράχηλη, η Παρθενόπη Μπουζούρη (ρόλος Κατερίνας). Δοσμένος και συγκινητικός, ο Δημήτρης Παπαγιάννης (ρόλος πατέρα της Κατερίνας). Η ερμηνεύτρια Μπουζούρη ξεπερνά τους υπόλοιπους ηθοποιούς, καθότι κατορθώνει να αποκαλύπτει διαρκώς κάτι περισσότερο για την περσόνα της.
Βεβαίως, αν συγκρίνουμε σε επίπεδο Φιλμογραφίας όλες τις ερμηνείες ανάμεσα σε ένα παλιότερο έργο του Νίκου Κορνήλιου, επί παραδείγματι στο “Η Τέχνη Καταστρέφει” (2017) και στο τωρινό “Η Θάλασσα το Χειμώνα” (2025), παρατηρούμε πως στην πρώτη περίπτωση το επίπεδο Υποκριτικής, σαν τελικό αποτέλεσμα, είναι σαφώς πιο υψηλό! Όμως από την άλλη πλευρά, τούτες οι δύο ταινίες διαθέτουν αλλιώτικα κινηματογραφικά δεδομένα και κατά συνέπεια, αλλιώτικες απαιτήσεις προσαρμοσμένης Υποκριτικής…
Ο σεναριογράφος Νίκος Κορνήλιος και οι συνεργάτιδές του, Αναστασία Θάνου, Ευγενία Παπαγεωργίου, έφτιαξαν πράγματι κάτι αρκετά ενδιαφέρον στο έργο “Η Θάλασσα το Χειμώνα”. Κάτι που ενδυναμώνεται σεναριακά και που παράλληλα ενδυναμώνει την κομβική σχέση διασύνδεσης σεναρίου, σκηνοθεσίας και μοντάζ!
Μα τελικά, εάν το εξετάσουμε πολύ αυστηρά αμιγώς ως προς το σενάριο που παρουσιάζεται στην εν λόγω ταινία, τα πράγματα αλλάζουν. Τότε η σχέση χημείας και αποτελέσματος, καταδεικνύει, ότι η συγκριτικά πιο αποτελεσματική καλλιτεχνική συνέργεια, στο παλιότερο δίδυμο σεναρίου, Κορνήλιου – Παπαγεωργίου (βλ. “Η Τέχνη Καταστρέφει”), οφείλει να επανέλθει! Γιατί εκείνη η παλιότερη συνέργεια, λειτουργεί καλύτερα, ενδυναμώνοντας την ίδια τη φύση του σεναρίου! Και το κυρίαρχο ενδυναμωμένο σενάριο, είναι κάτι που το χρειάζεται, οπωσδήποτε, ο Ελληνικός Κινηματογράφος...
Να σημειώσουμε ακόμη, την ταιριαστή μουσική του έργου “Η Θάλασσα το Χειμώνα.” Στην πορεία εξερεύνησης των τριών κεντρικών ψυχών, η μουσική του έργου φέρει κατάλληλα γυναικεία φωνητικά. Αυτά τα φωνητικά ενισχύουν με σκοτεινή γοητεία και υποσυνείδητη θαλπωρή, την πολύτιμη μυσταγωγία στο Σύμπαν των ηρώων.
Εξετάζοντας όλα αυτά τα αλλιώτικα, μα και συνδεδεμένα κινηματογραφικά δεδομένα, αντιλαμβανόμαστε, ότι πιο πολύ κερδισμένος καλλιτεχνικά είναι ο σκηνοθέτης – σεναριογράφος Κορνήλιος (κυρίως στο κομμάτι της σκηνοθεσίας). Εκείνος προχωρά κινηματογραφικά, με σταθερή βελτίωση στην εξελιγμένη Φιλμογραφία του. Όσο αυξάνεται ο αριθμός εκείνων των ταινιών, που ο ίδιος κατασκευάζει προσεκτικά, όμως.
Σκεπτικό…
Προοικονομία & Υπόνοια
Αφηγηματική Σύσταση
Κοντά στις αρχές της ταινίας, το μοντάζ ενώνει, με ένα ιδανικό ταίριασμα (κατηγορίας Match Cut), τους τρομακτικούς εφιάλτες της μεσήλικης Κατερίνας και την ενοχική - μοναχική ηδονή της εσωστρεφούς νεαρής Ναντίν. Έτσι, σκηνοθεσία και μοντάζ μάς προϊδεάζουν τότε για τη δυναμική των δύο γυναικών, πριν καν εκείνες γνωριστούν καλύτερα. Η Προοικονομία λοιπόν, έρχεται μέσα από τη Σύσταση της Εικόνας και όχι του κειμένου εδώ. Αυτή είναι μια ιδιαίτερη πτυχή, που πραγματοποιούν εδώ αφηγηματικά μαζί, ο Νίκος Κορνήλιος στη σκηνοθεσία του και στο μοντάζ της η Μαρία Κουνάβη.
Υπομονετική Ανίχνευση
Η αποκαλυφθείσα ηλικία της νεαρής Ναντίν συμπίπτει με την αποκαλυφθείσα αποστασιοποίηση των 27 ετών, που είχαν να βρεθούν και να μιλήσουν μεταξύ τους, οι κάποτε ερωτευμένοι νέοι, μα πλέον μεσήλικες, Κατερίνα και Χρήστος. Έτσι, η πολύτιμη έλευση της Ναντίν στο χώρο, σηματοδοτεί εν καιρώ, μα διαδραστικά, για τις ζωές των δύο άλλων περσόνων (πέραν της ορατά συμπαθούς, ελπιδοφόρας νεανικής αύρας) και κάτι το εμμέσως προσωποποιημένο, ταυτοχρόνως έχοντας μυθολογική και λαογραφική Υπόνοια. Ανάμεσα στις ειρωνικές Μοίρες και τον θεραπευτικό Χρόνο, αντιστοίχως. Αυτό συμβαίνει σε εκείνη τη *διαπεραστική συνάντηση των τριών τους. Φυσικά, όλοι μαζί θυμίζουν τελικά ένα προσομοιάζον, οικογενειακό έμπιστο τρίγωνο.
Πιο Αναλυτικά...
Οικογενειακές & Έμπιστες Σχέσεις
Στην ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική πορεία της Φιλμογραφίας του, έχει άλλωστε ήδη αποδειχτεί, ότι τον σκηνοθέτη Κορνήλιο τον ενδιαφέρουν έντονα οι οικογενειακές σχέσεις ή οι -οικογενειακής προσομοίωσης- έμπιστες σχέσεις. Ανάμεσά τους, το κοινό κλειδί απόδειξης περί αληθινών ανθρώπινων σχέσεων συνιστούν συνδυαστικά η Εμπιστοσύνη και η Αγάπη.
Και μάλιστα, τον Κορνήλιο ενδιαφέρουν κινηματογραφικά πάρα πολύ εκείνες οι οικογενειακές και έμπιστες σχέσεις, που φέρουν συναισθήματα απροσμέτρητης και ανεξέλεγκτης Αγάπης. Εννοείται φυσικά, ότι εκεί ακριβώς εξετάζεται και δίνεται μια μάχη, για το αν τελικώς υπάρχει όντως τούτη η πολύτιμη Εμπιστοσύνη και Αγάπη, στις ανθρώπινες αυτές σχέσεις. Υπενθυμίζω επί τούτου, την ακόμα πιο έντονη συναισθηματική κινηματογραφική διάσταση, στη σχετική ταινία “Η Τέχνη Καταστρέφει” (“Back Held Hands” 2017).
Κατά την οποία κινηματογραφική διάσταση συναισθημάτων, σε εκείνη την παλιότερη ταινία του ο Νίκος Κορνήλιος, στο συγκεκριμένο θέμα, εμβαθύνει καλλιτεχνικά περισσότερο. Μάλιστα, τον απασχολεί κινηματογραφικά επιπροσθέτως, η αυτοχειρία συγγενικού, προγονικού - γονεϊκού προσώπου. Και κατά πόσο, αυτό το τραγικό γεγονός, επηρεάζει ψυχολογικά για πάντα τους απογόνους. Αν θέλετε, μπορείτε να θυμηθείτε πιο αναλυτικά εκείνη την παλιότερη ενδιαφέρουσα ταινία, διαβάζοντας την τότε ανάλογη Eretiki κριτική του έργου “Η Τέχνη Καταστρέφει.”
Για να επανέλθουμε όμως στην πιο πρόσφατη συναισθηματική κινηματογραφική διάσταση, μεταξύ οικογενειακών σχέσεων, οικογενειακής προσομοίωσης σχέσεων, έμπιστων σχέσεων, αληθινής ανθρώπινης επαφής, αλλά και χτισμένων ψυχολογικών τειχών ανάμεσα σε όλα αυτά, κατά την τωρινή ταινία “Η Θάλασσα το Χειμώνα”… Ας εξετάσουμε παρακάτω, το εξής. Εδώ παρατηρούμε πιο πολύ, κάτι όμοιο, αλλά ταυτοχρόνως και αλλιώτικο. Ψυχολογικούς και πρακτικούς, κινηματογραφικούς τόνους.
Σε ψυχολογικούς παρόμοιους τόνους, το μεν Σύνδρομο της Ηλέκτρας (με ξεχωριστά αλλά κοντινά κρεβάτια, για τις έμπιστες, σχεδόν οικογενειακές περσόνες, των Ναντίν και Χρήστου). Ενώ σε πιο πρακτικούς αλλιώτικους τόνους, τη διασύνδεση σεναριακών πράξεων και σκηνοθετικών επισημάνσεων (διαμέσου της έξυπνης σύνδεσης των Χρήστου - Ναντίν με τα ποδήλατα, αλλά και των Κατερίνας - Ναντίν με το αλιευτικό σκάφος).
Έπειτα, υπάρχει και κάποιος χώρος στη φιλμική γλώσσα, ο οποίος έχει δοθεί για την ατομική ανάπτυξη των κεντρικών τριών περσόνων. Η Ναντίν έχει κλονιστεί από αυτό που συνέβη στον πατέρα της. Ο Χρήστος, πέραν της περσόνας του, είναι ο λάτρης της Γεωλογίας και ο παρατηρητής της Ελληνικής Ιστορίας, μιλώντας παράλληλα προς τον απευθυνόμενο θεατή της ταινίας. Όμως ενδιαφέρουσα αναφορά γίνεται, ειδικότερα, στον ανεξαρτητοποιημένο χαρακτήρα της Κατερίνας. Μιας δυναμικής, γυναικείας περσόνας αλιέα (ψαρά), η οποία ξέρει να επιβιώνει σε δύσκολες συνθήκες, σχεδόν “βγάζοντας λέπια.”
Σαφέστατα, εάν θέλουμε να είμαστε ακόμη πιο ακριβείς, οι περσόνες στο έργο είναι συνολικά τέσσερις. Καθότι ο ασθενής πατέρας της Κατερίνας, μα και η απουσία διαύγειάς του, επηρεάζουν τη δραματουργική ατμόσφαιρα, εστιάζοντας στη σχέση με τη Θάλασσα και τους Οικογενειακούς Δεσμούς. Εκεί, η συσχέτιση της ειδικής κεντρικής περσόνας, Κατερίνας, κερδίζει συνολικά πρωταγωνιστικό “έδαφος.”
Γιάννης Κρουσίνσκυ
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα eretikos.gr
