Το δικαίωμα μιας έφηβης να επιλέξει τη ζωή της και η παρατήρηση της ενήλικης υποκρισίας γύρω της
Η 17χρονη Αϊνάρα προσεύχεται δακρυσμένη στην εκκλησία: “γιατί εσύ είσαι ο Πατέρας μου…”, εκλιπαρώντας μια επιβεβαίωση από τον “Πατέρα τον εν τοις ουρανοίς” για τη “θεία κλήση” που δηλώνει ότι αισθάνεται μέσα της. Λίγο πιο πίσω, αμίλητος κι αμήχανος ο βιολογικός της πατέρας.
Πόσοι, άραγε, γονείς και συγγενείς όχι μόνο θα ήταν κατηγορηματικά αντίθετοι με την επιθυμία ή την απόφαση μιας νέας, μόλις 17χρονης, να απορρίψει τον κοσμικό βίο και να ακολουθήσει τη μοναστική ζωή πριν ζήσει τις χαρές της νιότης, επιπλέον θα είχαν την απαίτηση από την έφηβη να αναγνωρίσει τη μεγαλύτερη εμπειρία τους στη ζωή ώστε να αναθεωρήσει, έστω να αναβάλει την πραγματοποίηση αυτής της επιθυμίας; Και πόσοι θα αντέχαμε να συνειδητοποιήσουμε ότι αυτό που το αδυσώπητα αφιλτράριστο βλέμμα μιας έφηβης παρατηρεί ως καθημερινή μας ζωή, τόσο συχνά δεν είναι παρά βερμπαλισμός περί αξιών και ηθικής, ανακολουθία λόγων και πραγματικότητας, πρόκριση μιας επιθυμητής εικόνας στη θέση της προσωπικής αλήθειας, προσκόλληση σε δόγματα που μας επιβάλλονται ενώ διακηρύσσουμε ότι τα θρησκευτικά δόγματα είναι έξω από την ανθρώπινη φύση, δικαιολόγηση του συμβιβασμένου εαυτού στο όνομα ενός ρεαλισμού που προβάλλεται ως ωριμότητα, τη διαστρέβλωση της εμπειρίας από μια ηττημένη ζωή σε ενήλικη αυθεντία; -γιατί, διάολε, λέμε ότι καταλαβαίνουμε τους νέους και τις νέες, κάποτε ήμασταν κι εμείς νέοι και νέες αλλά τι να κάνουμε, ξέρεις πόσα εκατομμύρια άνθρωποι σε όλον τον κόσμο, στα νιάτα τους πίστευαν ότι θα μείνουν ατόφιοι σε όλη τους τη ζωή αλλά αυτή είναι, αυτή ήταν πάντα, η γαμημένη η ζωή;
Στην 17χρονη Αϊνάρα ριζώνει η απόφαση να ακολουθήσει τη “θεία κλήση”. Ο πατέρας της σέβεται την ελευθερία της να αποφασίσει για την εαυτή της και, ταυτόχρονα, απαιτεί από την έφηβη να αποδεχτεί τη νέα του σύζυγο ως αντικαταστάτρια τής νεκρής (εδώ και χρόνια) μητέρας της: κι όμως, πάντα θα αρκούσε η ειλικρινής παραδοχή του ανθρώπινου φόβου της μοναξιάς από τον γονιό- κι όμως, συχνά διατρανώνουμε την κυριαρχία της αγάπης στις σχέσεις μας ώστε να αποκρύψουμε αυτόν τον φόβο, κι όμως, με τη σκληρότητά μας, τη μελαγχολική, κουρασμένη, άτεγκτη σκληρότητά μας, διαψεύδουμε τις κατηγορηματικές διαβεβαιώσεις περί αγάπης… Και τι πικρή ειρωνεία με την άθεη θεία της Αϊνάρα που δηλώνει ότι σέβεται την πίστη κάθε ανθρώπου, απαιτεί όμως από την ανιψιά της να εμπιστευτεί την εμπειρία της, να την πιστέψει, με θρησκευτικό τρόπο ώστε να μην γίνει μοναχή, στο όνομα τής αδιαμφισβήτητης αγάπης της γι’ αυτήν. Στο όνομα της αγάπης για τα παιδιά μας, στο όνομα της ακλόνητης πεποίθησής μας για την αγάπη μας για τα παιδιά, στο όνομα της απαίτησης για αναγνώριση της στάσης μας ως αγάπη από τα παιδιά μας: πώς να κατανοήσουμε τους φόβους και τον πόνο των νέων ανθρώπων από τις διαψεύσεις που βιώνουν, πώς να τούς κατανοήσουμε όταν συγκρίνουμε τον πόνο τους με τον ενήλικο δικό μας ώστε ο δικός τους να μετριέται λίγος; “Δεν μπορείτε να καταλάβετε”, λέει η Αϊνάρα στην οικογένειά της. Θεωρούμε ενήλικο προνόμιο τον πόνο, ότι είναι αδύνατον ένας έφηβος άνθρωπος να έχει βιώσει τόσο πόνο όσο εμείς (πότε πρόλαβε να γνωρίσει τις μεγάλες δυσκολίες της ζωής, όπως εμείς;- επαιρόμαστε), ότι είναι αδύνατον να τον έχουμε πονέσει τόσο πολύ πια- δεν πονάμε, όμως, ένα παιδί, έναν νέο άνθρωπο τόσο εξαιτίας των πράξεών μας όσο γιατί αρνούμαστε να συνειδητοποιήσουμε ότι τον έχουμε πονέσει, γιατί δεν αποδεχόμαστε αυτόν τον ανεξάρτητο και μοναδικό έφηβο στον οποίο διαμορφώνεται εκείνο το παιδί που θυμόμαστε.
Δεν θα αποσαφηνιστεί γιατί η Αϊνάρα θέλει να γίνει μοναχή- και δεν θα τεκμηριωθεί ούτε θα αμφισβητηθεί η πραγματικότητα καθαυτή της “θείας κλήσης” παρά μόνο η σκηνοθέτιδα μας προτρέπει στην κατανόηση του ψυχισμού της νέας. Βιώνει, πράγματι, γαλήνη, ασφάλεια κι αποδοχή στις επισκέψεις της στο μοναστήρι ή παραπλανάται από τα ομοιώματά τους αναζητώντας ανακούφιση από τις διαψεύσεις του οικογενειακού περιβάλλοντος; Πείθεται ότι η πληρότητα της αγάπης στον Θεό υπερβαίνει την ερωτική επιθυμία ή χειραγωγείται από την ηγουμένη με το μόνιμο μεν, συγκρατημένο ωστόσο χαμόγελο, ένα χαμόγελο χωρίς καμία σύσπαση των μυών του προσώπου της, με το ψυχρό βλέμμα και τη χαμηλόφωνα μηχανική επανάληψη ότι μπορεί να τής λέει τα πάντα; Είναι ανοιχτή η αγκαλιά της οργανωμένης θρησκείας ή πρόκειται.για εκσυγχρονισμένο προσηλυτισμό όπου ο πνευματικός καθοδηγητής με το σκουλαρίκι συστήνεται ως “σύμβουλος” και το “Into my arms” του Nick Cave ψέλνεται από τη χορωδία της μονής μαζί με τους κλασσικούς ψαλμούς; (“Είναι τραγούδι που μπορεί να ερμηνευτεί σαν προσευχή ή ερωτικό κάλεσμα κι αποτυπώνει το μπέρδεμα στην καρδιά της Αϊνάρα”, δηλώνει η σκηνοθέτιδα) Πώς μια νεανική ταραγμένη και πληγωμένη καρδιά ελκύεται από την αποκοπή από τον έξω κόσμο σαν υπόσχεση της λύτρωσης από τα επίγεια πάθη και πόνους και της κατάκτησης της αρετής; Και, ποιοι είμαστε εμείς που παρατηρούμε επιχειρώντας να κατανοήσουμε, έχουμε επίγνωση σε ποιον βαθμό ερμηνεύουμε τα κίνητρα των άλλων μέσω προσωπικών και τυποποιημένων φίλτρων;
Η υποκατάσταση της οικογενειακής εστίας από τη μονή τονίζεται μέσω του παραλληλισμού τους: δύο χώροι που διακηρύσσουν ότι τα θεμέλιά τους βρίσκονται στην άνευ όρων και ορίων αγάπη, δύο χώροι όπου το φως έχει διαποτιστεί από θαμπάδα, δύο χώροι με τελετουργικά που τυποποιούν, αποστειρώνουν και, τελικά, εξοστρακίζουν την αγάπη, τα οικογενειακά γεύματα όπου η συγγένεια του αίματος δεν αποτρέπει την κακία, τη συσσώρευση της πικρίας, τις επαναλαμβανόμενες συγκρούσεις για τους ίδιους λόγους (εγωιστικούς κι οικονομικούς) σε αντιστοιχία με τα τελετουργικά της προσευχής και της εκκλησιαστικής χορωδίας που υπνωτίζουν την έλλειψη εσωτερικού αντικρύσματος λόγω της πειθάρχησης σε αυστηρούς κανόνες (“Δεν ήθελα να ξεχωρίσω το θρησκευτικό περιβάλλον από το οικογενειακό- αποτελούν το ίδιο σύμπαν όπου μεγαλώνουν τα παιδιά με απομόνωση, θλίψη, έλλειψη επικοινωνίας”, δηλώνει η σκηνοθέτιδα). Ατμόσφαιρα εσωτερικότητας που συντονίζεται με τον ψυχισμό της νέας καθώς παρατηρεί την ενήλικη υποκρισία κι ανεπίγνωστες αντιφάσεις γύρω της (συχνά αναμασάμε ότι είναι φυσικό να έχουμε αντιφάσεις ώστε να δικαιολογούμε την έλλειψη επίγνωσής τους), καθώς ως έφηβη έχει ανάγκη τόσο την κατανόηση των εσωτερικών της αναζητήσεων όσο και να πιστέψει κάτι που στα μάτια της μοιάζει άφθαρτο- κάτι που, σε τελική ανάλυση, είναι δικαίωμά της να ανακαλύψει εάν πράγματι είναι ό,τι φαίνεται. Μια ταινία που κατανοεί όχι μόνο την έφηβη, κατανοεί επιπλέον τους ενήλικους ανθρώπους καθώς εναλλάσσονται από την έγνοια στην πρόθεση επιβολής, από την τρυφερότητα στη σκληρότητα, από την αλήθεια στο ψέμα. Μια ταινία που μας αντιμετωπίζει ως τους ενήλικες που θα έπρεπε να ήμασταν: ανοιχτοί στην αναθεώρηση παγιωμένων απόψεων, ειλικρινείς στην παραδοχή της προσκόλλησης σε δόγματα. Και, παρά ορισμένες δραματουργικές ευκολίες στο τελευταίο μέρος, η σκηνοθετική ακρίβεια κι ευαισθησία μεταδίδουν στοχαστικότητα κι ανθρωπιά, που μαζί με την εσωτερική, συγκινητική ερμηνεία της Μπλάνκα Σορόα ως Αϊνάρα, μας αγγίζουν βαθιά.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
