ΧΩΡΙΣ ΠΑΤΕΡΑ - Βασίλης Κεχαγιάς

 

Τα απομεινάρια του Ολοκαυτώματος

Ειδικευμένος στις μικρές και στις μεγάλες περιπλανήσεις, ο Ούγγρος σκηνοθέτης, εβραϊκής καταγωγής, Λάζλο Νέμες, επιστρέφει σ’ έναν γνώριμο γι’ αυτόν χώρο, αυτόν της διαρκούς αναζήτησης. Μας τον σύστησε με τον αριστουργηματικό «Γιο του Σαούλ», πολυβραβευμένο -ακόμη και με Όσκαρ-, τον γνωρίσαμε και στην μετά πολλών επαίνων αποτυχία της «Δύσης του ήλιου» και τώρα επανέρχεται στο δοκιμασμένο μοντέλο, με το «Χωρίς πατέρα».

Γίνεται αμέσως ορατός ο κίνδυνος, αυτό το μοτίβο να αποτελέσει ένα είδος μανιέρας για τον σκηνοθέτη, κάτι που ως ένα σημείο συμβαίνει. Τούτη τη φορά, ο «αναζητητής» είναι ένα παιδί στον προθάλαμο της εφηβείας, που επιμόνως ψάχνει τον πατέρα του, ως επιζώντα του Ολοκαυτώματος, πλάθοντας μέσα του μια εξιδανικευμένη εικόνα. Η φαντασία απέχει παρασάγγας από την πραγματικότητα με την οποία έρχεται αντιμέτωπος. Κρίσιμο πάντα το ερώτημα του «πατέρα», σε όλες του τις μορφές αποτελεί προσδιοριστικό στοιχείο ταυτότητας, από τα πιο καίρια, σύμφωνα και με την ψυχανάλυση.

Το γνωρίζει ο Νέμες, απλώνει τη διάστασή του, από την πλέον γήινη, κυριολεκτική, μορφή του ως την ουράνια, κάτι που καταφέρνει με ιδιαίτερη τέχνη. Η αθώα παιδική ψυχή και ο χαμένος πατέρας έχουν αποτελέσει σταθερό δίδυμο έμπνευσης, για κάθε μορφής δημιουργία. Ο μικρός Αντόρ, θαυμαστά ερμηνευμένος ως ρόλος, από τον Μποϊντοργιάν Μπαραμπάς, απομονώνεται συχνά σ’ ένα ημιφωτισμένο υπόγειο και απευθύνει τον λόγο του στον πατέρα, ξεκινώντας την παράκλησή, με τη χαρακτηριστική προσφώνηση: «Αγαπητέ κύριε, αγαπητέ πατέρα…», αποδίδοντας έτσι ένα μεγάλο εύρος ερμηνειών στη μορφή του πατέρα.

Το φως που αγκαλιάζει το νεαρό πρωταγωνιστή, φτιαγμένο από τον φακό του γνωστού «μάστορα» Ματίας Έντερλι, παρακολουθεί με ανάλογη τέχνη, μένοντας αναποφάσιστο, ανάμεσα στο ζόφο και στη χαρά της νέας ζωής. Ο πρώτος πηγάζει από τα απομεινάρια του πολέμου, το Ολοκαύτωμα και την αποτυχημένη επανάσταση, ενώ η ηλικία του μικρού και η ελπίδα που τον συνοδεύει αποτελούν ένα ηλιόφωτο παράθυρο στο μέλλον. Ανάμεσα σε αυτούς τους κόσμους, η μητέρα κρατάει στα χέρια της την ισορροπία. Τρέφει τον γιο της με το όνειρο του ιδανικού πατέρα, ενώ του συστήνει την πραγματικότητα, στο πρόσωπο του αληθινού γονιού του. 

Ο Άντορ μεγαλώνει στο περιβάλλον μιας «θεατρικής παράστασης», όπως την κατασκευάζει η μητέρα του, αλλά και όπως διατρέχει το φιλμ στην πράξη. Ο πατέρας και το εκδοτήριο θεατρικών εισιτηρίων, ο θεατρώνης φίλος, η σχέση της μητέρας με τη σκηνή. Δίπλα σε αυτά, η ζωή προσφέρει τον δικό της ρεαλισμό: τον πόλεμο, τους νεκρούς, την αποτυχία της εξέγερσης, κόντρα στην πολιτική καταπίεση. Ο συσχετισμός και ο τελικός συμβιβασμός των δύο, ίσως να αποτελεί τον μόνο μηχανισμό ανακούφισης των ταλαιπωρημένων σαρκίων και των ταλαίπωρων ψυχών.

Ο τεχνίτης Λάζλο Νέμες δεν ξαφνιάζει με την επιλογή του θέματός του και την επεξεργασία του. Η κάμερα δεν κάνει τα μαγικά του «Γιου του Σαούλ», με την από πλάτης παρακολούθηση του πρωταγωνιστή, ξέρει όμως να παίρνει θέσεις και να μεταδίδει την αγωνία και τις ψυχικές ταλαντώσεις του Άντορ. Γνωρίζει τον τρόπο να συνεργάζεται με τους φωτισμούς του Έντερλι, να χαρτογραφεί ένα θαμπό μέλλον. Το τοπίο καθαρίζει, όταν η διαδικασία ενηλικίωσης, αποτελεί συγχρόνως το πρώτο βήμα προς τη συνειδητοποίηση. Εκεί, όμως, σκοντάφτει η ταινία, πέφτοντας θύμα της υψηλής, αλλά ανολοκλήρωτης, φιλοδοξίας να ισορροπήσει σ’ ένα δύσκολο εγχείρημα, ανάμεσα στις δύσκολες και πολλές νοηματοδοτήσεις.

Βασίλης Κεχαγιάς
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα topontiki.gr

Smart Search Module