Μια ματιά πάνω σε ένα οπτικό ποίημα
Η Άπειρη Γη του Βασίλη Μαζωμένου δεν είναι απλώς μια ταινία που «διαδραματίζεται» σε έναν τόπο· είναι μια ταινία που τον διανοίγει, τον αναδιπλώνει, τον κατοικεί ως χωροχρόνο. Εδώ, η γη δεν αποτελεί σκηνικό αλλά πεδίο εγγραφής: ένα στρωματοποιημένο σώμα μνήμης, απώλειας και επιμονής, όπου το παρόν δεν υπάρχει παρά ως ρωγμή μέσα σε έναν χρόνο που επιστρέφει.
Στην καρδιά της αφήγησης, ένα φαινομενικά απλό γεγονός: ο θάνατος του Λάζαρου σε ένα κυνηγετικό ατύχημα, σε ένα απομονωμένο χωριό της Ηπείρου. Όμως αυτό το γεγονός δεν λειτουργεί ως αρχή με την κλασική έννοια· είναι ένας πυρήνας που ακτινοβολεί προς όλες τις κατευθύνσεις του χρόνου. Ο γιος του, που φέρει το ίδιο όνομα, μεγαλώνει, ερωτεύεται, φεύγει· και αργότερα, ένα εγγόνι επιστρέφει, κουβαλώντας όχι μόνο μια οικογενειακή ιστορία, αλλά την ίδια την επιμονή του ονόματος ως επαναληπτικής μορφής ύπαρξης. Η ταινία στην καταγραφή της αφήγησης της, διατρέχει γενιές, αγγίζοντας τη μετανάστευση, την απώλεια και την επιστροφή ως βασικούς άξονες μιας ιστορικής και υπαρξιακής εμπειρίας.
Αυτή η επανάληψη —του ονόματος, της διαδρομής, της απώλειας— δεν είναι απλώς αφηγηματική επιλογή. Είναι η ίδια η μορφή του χρόνου μέσα στην ταινία. Ο Μαζωμένος συγκροτεί έναν κινηματογραφικό κόσμο όπου ο χρόνος δεν προχωρά γραμμικά, αλλά κυκλοφορεί, επιστρέφει, επιμένει. Η αφήγηση δεν οδηγείται προς μια κατεύθυνση και εκδηλώνεται τελικά ως αποτύπωμα αλλά και ως χώρος. Στην κορύφωση της η ταινία περιστρέφεται γύρω από έναν άξονα επαναπροσεγγίζοντας το ίδιο σημείο με μικρές, σχεδόν ανεπαίσθητες μετατοπίσεις. Και εδώ αναδύεται η έννοια της «θετικής εμμονής».
Η εμμονή, στην Άπειρη Γη, δεν είναι παθολογία· είναι τρόπος ύπαρξης. Είναι η μορφή με την οποία ο άνθρωπος κατοικεί τον χρόνο όταν ο χώρος απειλεί να διαλυθεί. Σε έναν κόσμο όπου η μετανάστευση, η φτώχεια και η απομάκρυνση από τις ρίζες υπονομεύουν τη σταθερότητα του τόπου, η επανάληψη γίνεται πράξη αντίστασης. Το να επιστρέφεις, να επαναλαμβάνεις, να επιμένεις — δεν είναι αδυναμία· είναι η τελευταία δυνατότητα να διατηρήσεις μια σχέση με αυτό που χάνεται.
Η κατοίκηση, επομένως, δεν είναι γεωγραφική. Είναι χρονική, βιωματική, σχεδόν οντολογική.
Το χωριό της Ηπείρου —γυρισμένο στα χωριά του Πωγωνίου, με τη συμμετοχή των ίδιων των κατοίκων— δεν παρουσιάζεται ως φολκλορικό τοπίο ή ως ρεαλιστικό σκηνικό. Αντίθετα, λειτουργεί ως ενεργός οργανισμός. Ο χώρος δεν είναι σταθερός· μεταμορφώνεται μέσα από τη διάρκεια, το φως, τη σιωπή. Η φωτογραφία (του Στέλιου Πίσσα) δεν «καταγράφει» το τοπίο· το αφήνει να αποκαλυφθεί ως φορέας χρόνου. Κάθε πλάνο περιέχει πολλαπλές χρονικότητες: το παρόν της εικόνας, το παρελθόν της μνήμης, το μέλλον της απώλειας.
Έτσι, η Ήπειρος παύει να είναι τόπος και γίνεται χωροχρόνος.
Ο θεατής δεν καλείται να «δει» το τοπίο, αλλά να το κατοικήσει. Να παραμείνει μέσα του, να αντέξει τη διάρκειά του, να αφουγκραστεί τις λεπτές του μετατοπίσεις. Και μέσα από αυτή την παραμονή, να συνειδητοποιήσει ότι ο χώρος δεν είναι ποτέ ουδέτερος: είναι πάντα ήδη φορτισμένος με μνήμη, με ιστορία, με απουσίες.
Η μουσική, που διατρέχει την ταινία σχεδόν αδιάκοπα —μέσα από την πρωτότυπη σύνθεση του Μιχάλη Νιβολιανίτη αλλά και τη χρήση παραδοσιακών ηπειρώτικων τραγουδιών— λειτουργεί ως ο υπόγειος παλμός αυτού του χωροχρόνου. Δεν συνοδεύει την εικόνα· τη διαπερνά. Είναι σαν ένας αόρατος ιστός που ενώνει τα διαφορετικά επίπεδα της αφήγησης, δημιουργώντας μια εμπειρία που δεν είναι μόνο οπτική αλλά και ακουστική, σχεδόν σωματική.
Οι πολυφωνικές δομές της ηπειρώτικης μουσικής, οι επαναληπτικοί ρυθμοί, η αργή ανάπτυξη των μελωδιών — όλα αυτά αντανακλούν τη δομή της ίδιας της ταινίας. Η μουσική γίνεται μορφή κατοίκησης του χρόνου. Κάθε επανάληψη δεν είναι επιστροφή στο ίδιο, αλλά εμβάθυνση. Κάθε μοτίβο λειτουργεί σαν μια διαδρομή που οδηγεί όχι προς τα έξω, αλλά προς τα μέσα.
Σε πολλές στιγμές, η μουσική προηγείται της εικόνας, σαν να προαναγγέλλει αυτό που πρόκειται να συμβεί. Σε άλλες, λειτουργεί ως απόηχος, ως μνήμη ενός γεγονότος που έχει ήδη χαθεί. Και σε αυτή τη συνεχή διακύμανση, δημιουργείται μια αίσθηση ότι η ταινία δεν εκτυλίσσεται απλώς μπροστά μας, αλλά μέσα μας.
Το ποιητικό στήσιμο των σκηνών ενισχύει αυτή την εμπειρία. Οι εικόνες δεν οργανώνονται γύρω από την πλοκή, αλλά γύρω από τη διάρκεια. Υπάρχει μια επιμονή στο πλάνο, μια άρνηση της βιασύνης, μια σχεδόν τελετουργική προσήλωση στη στιγμή. Οι χαρακτήρες κινούνται μέσα σε αυτά τα κάδρα σαν να υπακούουν σε έναν ρυθμό που δεν είναι δικός τους, αλλά του ίδιου του τόπου.
Δεν «δρουν» με την κλασική έννοια. Υπάρχουν. Αναπνέουν μέσα στον χρόνο της ταινίας. Και αυτή η ύπαρξη δεν είναι ποτέ πλήρως παρούσα· είναι πάντα στο όριο μεταξύ παρουσίας και απουσίας, μεταξύ μνήμης και λήθης.
Εδώ, η ταινία προσεγγίζει μια καθαρά φαινομενολογική διάσταση: το Είναι των χαρακτήρων δεν ορίζεται από τις πράξεις τους, αλλά από τον τρόπο με τον οποίο σχετίζονται με τον χώρο και τον χρόνο. Η κατοίκηση δεν είναι δεδομένη· είναι μια διαρκής διαδικασία διαπραγμάτευσης.
Και μέσα σε αυτή τη διαδικασία, παρεμβαίνει η φωνή του αφηγητή.
Ο αφηγητής στην Άπειρη Γη δεν λειτουργεί ως φορέας πληροφορίας. Δεν εξηγεί, δεν ερμηνεύει, δεν κλείνει τα νοηματικά ανοίγματα της εικόνας. Αντίθετα, τα διευρύνει. Ο λόγος του είναι υπαινικτικός, ποιητικός, σχεδόν αποσπασματικός. Λειτουργεί ως ένα υποβλητικό στρώμα που διαπερνά την ταινία, δημιουργώντας συμβολικές συνδέσεις που δεν είναι ποτέ πλήρως προσδιορισμένες.
Είναι σαν η φωνή αυτή να αναδύεται από τον ίδιο τον τόπο. Σαν η γη να αποκτά λόγο, να αφηγείται την ιστορία της μέσα από τους ανθρώπους της, μέσα από τις επαναλήψεις, μέσα από τις απώλειες. Οι λέξεις δεν προσφέρουν σαφή νοήματα· ανοίγουν πεδία νοηματοδότησης.
Και έτσι, η ταινία μετατρέπεται σε μια μορφή κινηματογραφικής ποίησης.
Η κυκλικότητα της αφήγησης —από τον θάνατο στη γέννηση, από την παραμονή στη φυγή και πίσω— δεν είναι ποτέ απόλυτα κλειστή. Υπάρχουν ρωγμές. Μικρές αποκλίσεις, ανεπαίσθητες μετατοπίσεις, που υποδηλώνουν ότι η επανάληψη δεν είναι ποτέ πλήρης. Ότι κάθε επιστροφή είναι ήδη μια αλλαγή.
Αυτές οι ρωγμές είναι το σημείο υπέρβασης.
Η ταινία δεν προσφέρει μια δραματική λύση, μια κάθαρση. Δεν υπάρχει ένα σαφές τέλος που να «λύνει» την αφήγηση. Αντίθετα, η υπέρβαση συμβαίνει υπόγεια, σχεδόν αόρατα παρότι υπάρχει αυτή η όμορφη στιγμή, ξεπεράσματος που συνιστά η τελευταία σκηνή Είναι η στιγμή που ο θεατής συνειδητοποιεί ότι η επανάληψη έχει ήδη μεταμορφωθεί, ότι κάτι έχει αλλάξει χωρίς να μπορεί να το ονομάσει.
Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη φιλοσοφική χειρονομία της Άπειρης Γης: στην αποδοχή ότι η αλλαγή δεν είναι πάντα ρήξη, αλλά μπορεί να είναι μια αργή, σχεδόν ανεπαίσθητη μετατόπιση μέσα στην ίδια την εμμονή.
Σε έναν κόσμο που απομακρύνεται από τις ρίζες του, που χάνει την επαφή με τον τόπο και την παράδοση, η ταινία δεν προτείνει μια απλή επιστροφή. Δεν εξιδανικεύει το παρελθόν. Αντίθετα, δείχνει ότι η σχέση με τον τόπο είναι πάντα προβληματική, πάντα ανοιχτή, πάντα υπό διαπραγμάτευση.
Η γη δεν ανήκει στους ανθρώπους. Οι άνθρωποι ανήκουν στη γη — μέσα από τον χρόνο, μέσα από τη μνήμη, μέσα από την επανάληψη.
Και μέσα σε αυτή την άπειρη κίνηση, η Άπειρη Γη αποκαλύπτεται ως κάτι περισσότερο από μια ταινία: ως ένας χώρος εμπειρίας. Ένας χώρος που δεν τον παρατηρείς από απόσταση, αλλά τον κατοικείς. Ένας χώρος που απαιτεί χρόνο, υπομονή, επιμονή.
Ένας χώρος όπου η εμμονή δεν είναι αδυναμία, αλλά δύναμη.
Ίσως η μόνη δύναμη που μας απομένει για να παραμείνουμε μέσα στον κόσμο ως ένα ώδε- είναι απέναντι στην αβάσταχτη ανοικτότητα του, χωρίς να διαλυθούμε.
Γιάννης Ραουζαίος
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα grandmagazine.gr
