Οι καταστροφικές συνέπειες της τήξης του Αρκτικού πέρμαφροστ
Το πέρμαφροστ, το μόνιμα παγωμένο έδαφος της Αρκτικής, ξεπαγώνει με ταχύτατους ρυθμούς καθώς η βορειότερη περιοχή της Γης θερμαίνεται τέσσερις φορές πιο γρήγορα από οποιαδήποτε άλλη περιοχή του πλανήτη μας. Η Αρκτική είναι πολύ ευαίσθητη στις αλλαγές κλίματος, γι’ αυτό και θεωρείται από τους επιστήμονες ένα σύστημα έγκαιρης προειδοποίησης. Ενδεικτικά, διαβάζουμε στο marine.copernicus.eu ότι από το 1979 έως και το 2021, είχε χαθεί έκταση θαλάσσιου πάγου περίπου 2,14 εκατομμυρίων χιλιομέτρων- μια έκταση έξι φορές μεγαλύτερη από το μέγεθος της Γερμανίας. Στη ταινία, θα δούμε μια απεικόνιση της καταστροφής και των συνεπειών της σε πραγματικό χρόνο.
Στον οικισμό Τσέρσκι στη βορειοανατολική Σιβηρία και στον μικρό οικισμό ιθαγενών Νούικσουτ της Αλάσκας που βρίσκεται στην απέναντι πλευρά του Βερίγγειου πορθμού, οι καταστροφικές συνέπειες από το ξεπάγωμα του Αρκτικού πέρμαφροστ είναι ορατές εδώ και καιρό: θεμέλια κτιρίων καταστρέφονται, σπίτια που μέχρι πολύ πρόσφατα βρίσκονταν πάνω στον αιώνιο πάγο, βρίσκονται πια πάνω σε χορταριασμένους βράχους, ρωγμές στα σπίτια, δίκτυα ηλεκτρισμού ξεχαρβαλώνονται, υπόγειοι αγωγοί αποκαλύπτονται και διαβρώνονται, οι υποδομές κινδυνεύουν, φυσικά ψυγεία υπόγειας φύλαξης τροφίμων βυθίζονται όλο και περισσότερο στο έδαφος με συνέπεια την αυξανόμενη δυσκολία ανάκτησής τους, το έδαφος μετατοπίζεται και κατακρημνίζεται- η γη καταρρέει. Δύο επιστήμονες, ένας Ρώσος και μία Αμερικανίδα στους δύο αυτούς απομακρυσμένους οικισμούς που χωρίζονται από μικρή γεωγραφική απόσταση μεταξύ τους, δύο άνθρωποι από δύο αντίπαλα πολιτικά στρατόπεδα, εκφράζουν την ίδια απόγνωση, περιγράφουν την καθημερινότητά τους με μελανά χρώματα και κρούουν ηχηρά τον κώδωνα ενός κοινού θανάσιμου κινδύνου.
Το πέρμαφροστ λιώνει στο Τσέρσκι και στο Νούικσουτ, η Αρκτική υπερθερμαίνεται: οι δύο επιστήμονες μας ενημερώνουν για την απελευθέρωση των κοιτασμάτων άνθρακα με συνέπειες την παραγωγή μεθανίου και διοξειδίου του άνθρακα από μικροοργανισμούς και τον πολλαπλασιασμό της υπερθέρμανσης της γης, για μικρόβια που απελευθερώνονται και θα επιφέρουν ασθένειες για τις οποίες η ανθρωπότητα είναι απροετοίμαστη (και την κλιμάκωσή τους σε επιδημίες οι οποίες θα εξαπλώνονται σε πανδημίες), για τις μολυσματικές φυσαλίδες στην επιφάνεια του νερού ποταμών και λιμνών, για τα ογκώδη μέρη από θαμμένους για χιλιετίες σκελετούς μαμούθ που αποκαλύπτονται, ξεβράζονται στις όχθες ποταμών και λιμνών κι αποσυντίθενται εκπέμποντας κι άλλα αέρια του θερμοκηπίου. Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι ο θανάσιμος κίνδυνος δεν περιορίζεται σε τοπικό επίπεδο παρά εξαπλώνεται σε ολόκληρη τη γη, ότι όλοι μοιραζόμαστε μια κοινή μοίρα μ’ αυτήν των κατοίκων στο Τσέρσκι και στο Νούικσουτ, ότι η τοπική αποσταθεροποίηση αποκτά οικουμενική διάσταση- θα έπρεπε να ήταν αυτονόητο: για πόσους, όμως, είναι;
Πλάνα με τον Τραμπ και τον Πούτιν να ανακοινώνουν περιχαρείς και μπροστά σε ενθουσιώδη ακροατήρια την επέκταση Αμερικανικών πετρελαϊκών εταιρειών στην Αλάσκα και την εντατικοποίηση των εξορύξεων φυσικού αερίου και πετρελαίου στην Σιβηρία, αντίστοιχα. Οι κολοσσοί γεώτρησης ορυκτών καυσίμων που επεκτείνονται ταχύτατα στην Αρκτική, τοποθετούν ειδικές συσκευές κάτω από τις εγκαταστάσεις τους για να αποτρέψουν την κατάρρευση του εδάφους από το λιώσιμο του περμαφρόστ. Καθώς στους καιρούς μας επικρατεί το δόγμα της “ενεργειακής ασφάλειας”, η υπερκατανάλωση των φυσικών πόρων συνεχίζεται αδιάλειπτα- κι όμως, η ανθρωπότητα εξακολουθεί να τους διαχειρίζεται αλαζονικά ως κύριός τους και, ταυτόχρονα, ως ανεξάντλητους, δίνοντας σημασία μόνο στο σήμερα κι όχι στο αύριο, στο πώς θα επιβιώσουν οι επόμενες γενιές: εξακολουθούμε να μην συνειδητοποιούμε τον ψυχολογικό μηχανισμό της άσβεστης ανάγκης να ικανοποιούνται όλες οι επιθυμίες μας και, πλέον, το όλο και βαρύτερο κόστος που συνεπάγεται η ικανοποίησή τους, αγνοούμε ότι καταφεύγουμε σ’ αυτήν την ικανοποίηση σαν καταφύγιο από τις περιχαρακώσεις μας, τη συναισθηματική μας ένδεια, την ολοένα και μεγαλύτερη αδυναμία μας να συνυπάρχουμε μέσα σε κοινότητες- σε κοινότητες μέσα σε όλο και διευρυνόμενες κοινότητες- και στην ολοένα και μεγαλύτερη αποξένωση από τη φύση- κι από την ίδια τη φύση μας. Και, σιωπηρά συναινούμε στην αθέτηση από τα πολιτικά πρόσωπα των ανειλημμένων δεσμεύσεων που απορρέουν από τις διεθνείς συμφωνίες σχετικά με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. “Είναι το χρήμα που μιλάει ακόμα κι αν αυτό σημαίνει την καταστροφή της ζωής στη γη”, θα ειπωθεί στην ταινία. Κι όμως, όπως μαθαίνουμε από έναν Σοβιετικό επιστήμονα στην ταινία, χάρη σε ένα πείραμα στην Ε.Σ.Σ.Δ. στα μέσα της δεκαετίας του 1980, επιτεύχθηκε η μείωση της θερμοκρασίας του εδάφους με φυσικούς τρόπους. Το μήνυμα του Αυγερόπουλου είναι σαφές σε όλη τη διάρκεια της ταινίας: η πορεία προς την καταστροφή είναι αναπότρεπτη όσο επικρατεί το καπιταλιστικό μοντέλο. “Οι άνθρωποι πρέπει να επαναπροσδιορίσουν τους εαυτούς τους έγκαιρα”, θα ακούσουμε προς το τέλος της ταινίας. Η ανάληψη της προσωπικής μας ευθύνης είναι η πρώτη προϋπόθεση για την αποτροπή της καταστροφής της φύσης.
Με κύριο υλικό τις αφηγήσεις των δύο επιστημόνων εκατέρωθεν του Βερίγγειου πορθμού- σε έναν εύστοχο συμβολισμό της κοινής αγωνίας των δύο κοινωνιών και σε αντίθεση με τις περιβαλλοντοκτόνες πολιτικές των αντιμαχόμενων κρατικών στρατοπέδων στα οποία ανήκουν- με αποσπάσματα από συνεντεύξεις επιστημόνων και δημοσιογράφων που τεκμηριώνουν τους μεγάλους κινδύνους, και, βέβαια, τις αδυσώπητες εικόνες της βίαιης αλλαγής του πλανήτη μας (και είναι συγκινητικά τα πλάνα από την Αλάσκα όπου οι αυτόχθονες προσεύχονται στα πνεύματα της φύσης για την τύχη του τόπου τους κι ολόκληρης της γης), η ταινία στοχεύει στην αφύπνιση, τον προβληματισμό και τη συνειδητοποίηση. Η αφήγηση κλιμακώνεται από το ατομικό στο επιστημονικό καταλήγοντας στο γεωπολιτικό, επισημαίνοντας το επείγον της ανάληψης των ευθυνών που αναλογούν τόσο σε προσωπικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Μόνη μας ένσταση, προφανώς με μικρότερη σημασία μπροστά στο μήνυμα της ταινίας, είναι η σύντομη διάρκεια και διαρκής αλληλοδιαδοχή ενός σημαντικού όγκου πληροφοριών και η συχνή επαναληπτικότητά τους.
Βασίλης Μάλτας
Το κείμενο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα tetartopress.gr
